Σελίδες

Τρίτη, Αυγούστου 03, 2010

On The Road... First Stop : Koln - Amphi Festival 2010

Πόσα εξαρτήματα μπορείς να χωρέσεις μέσα σε μια μαύρη μικρή βαλίτσα; Είχα αποφασίσει να ταξιδέψω εντελώς minimal και στο τέλος, επειδή δεν άντεξα να αποχωριστώ τους κορσέδες μου και τις μακριές φούστες, τα πήρα όλα μαζί μου. Μέχρι και σίδερο ταξιδίου πήρα, και έβριζα από μέσα μου τον εαυτό μου, που απαξίωνε εξ'αρχής το road trip. Θυσιάστηκε στο βωμό της κομψότητας.

Παρά τις πολλές αποσκευές και τα λίγα λεφτά, ξεκίνησα με κέφια. Πάντα ξεκινάω με κέφια τα ταξίδια μου. Μέσα στο αυτοκίνητο του Π. σκέφτηκα πως πιθανά έχω αφήσει το σίδερο για τα μαλλιά αναμένο στο σπίτι, αλλά με διαβεβαίωσαν πως άμα πάρει φωτιά η πολυκατοικία μου θα το μάθουμε και στη Γερμανία. Ανακουφίστηκα. Σκέφτηκα πως έτσι και πάρει φωτιά το διαμέρισμα, με τόσα βινύλια και βιβλία που έχει μέσα, θα καεί όχι μόνο η πολυκατοικία μου, αλλά και ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο, οπότε ναι, σίγουρα θα μαθαίναμε τα νέα στη Γερμανία.Επειδή δεν τα πάω καλά με τις ώρες και τις ημερομηνίες, έστειλα έναν από μας δύο ώρες πιο νωρίς στο αεροδρόμιο να περιμένει, διότι δεν θυμόμουν καλά τις ώρες της πτήσης αλλά το ξεπεράσαμε κι αυτό.

Η πτήση ήταν παγερά αδιάφορη και το φαγητό κακό. Τελικά προτιμώ τις πτήσεις της Easy Jet. Είναι τόσο χάλια, που πάντα κάτι αστείο συμβαίνει. Άσε που οι αεροσυνοδοί, έχουν σαφώς περισσότερη πλάκα γιατί είναι σχεδόν όλοι gay.

Στο αυτοκίνητο, σαφώς, δεν είχαμε μουσική. Πάντα λέμε όλοι ότι θα πάρουμε cd για να τα ξεχάσουμε όλοι πανηγυρικά στο τέλος. Και σαφώς χαθήκαμε παντελώς προσπαθώντας να φτάσουμε από το Dusseldorf στην Koln. Ενθουσιάστηκα. Το να είσαι χαμένος μέσα στους τεράστιους αυτοκινητόδρομους της Γερμανίας είναι το πιο ευχάριστο πράγμα. Τα τοπία είναι απέραντα και μαγευτικά, έχει συχνές εξόδους για στάσεις και τυπικά βενζινάδικα, σαν αυτά που βλέπουμε στις ταινίες με τα φορτηγά, τον καφέ στα πλαστικά κυπελάκια και τα χάμπουργκερ. Δεν το είπα στους άλλους, γιατί θα έτρωγα ξύλο. Είχε χαλάσει το gps και είχαν πάθει πανικό. Άσε που έπρεπε να συναντήσουμε τον Β. και τον Μ. στην Koln οι οποίοι έρχονταν από Ιταλία... Τελικά το βράδυ, καταφέραμε να ξε-χαθούμε, να συναντηθούμε και να φτάσουμε στο ξενοδοχείο. Από την πολύ ζαλάδα, δεν θυμάμαι τι κάναμε εκείνο το πρώτο βράδυ. Κατά πάσα πιθανότητα, έπεσα ξερή και δεν το θυμάμαι. Δεν νυχτώνει εύκολα στην Koln. Δέκα και μισή το βράδυ και είναι ακόμα μέρα.

Η επόμενη μέρα όμως, ήταν μαγεία. Ο Β. είχε ψάξει και είχε βρει πως στη συγκεκριμένη πόλη υπάρχει ένας από τους μεγαλύτερους γοτθικούς καθεδρικούς ναούς στην Ευρώπη και αφού με πήγαν εκεί και τον είδα, αποφάσισα πως θέλω να πεθάνω εκεί κάπου, ήσυχα, ήσυχα.

Φυσικά, ήμουν η μοναδική από την παρέα που δεν είχε μαζί της το εισητήριο του φεστιβάλ, όταν πήγαμε να μας περάσουν τα ειδικά βραχιολάκια. Και φυσικά ο Β. πάλι έσωσε την κατάσταση. Εγώ πάλι, έπλεα σε πελάγη μακαριότητας αφού είδα τους πρώτους της φυλής να περιμένουν έξω από το συναυλιακό κέντρο. Ανακουφίστηκα πάλι. Ένιωσα πως βρίσκομαι στο σπίτι με όλα αυτά τα φρικιά τριγύρω. Το ίδιο ένιωσα και το βράδυ που πήγαμε στο opening party του φεστιβάλ που γινόταν δίπλα από τον καθεδρικό ναό. Έξω από το club, ήταν παρκαρισμένη μια καλογυαλισμένη νεκροφόρα. Στο πίσω τζάμι είχε το σήμα των VNV Νation και στις πινακίδες έγραφε "Oh My Goth". Το ζήλεψαμε πολύ αυτό το αυτοκίνητο. Και μέσα στο club με τα δύο stages αναμειχθήκαμε με τους χαμογελαστούς γερμανούς που χόρευαν με κέφι και έπιναν ακατάπαυστα μπύρες. Οι Γερμανοί είναι ένας λαός που δεν σουρώνει. Αλήθεια. Πίνουν το καταπέτασμα και σε αντίθεση με τους άγγλους, δεν καταλαβαίνουν χριστό. Καπέλα, κρινολίνα, ρεντικότες, μπαστούνια, κορσέδες, pvc, latex, ψεύτικες βλεφαρίδες, καντηλέρια, σκαλιστές κολώνες, αψιδωτές τζαμαρίες για να φαίνεται ο καθεδρικός από δίπλα, γλυκός φωτισμός, τραπεζάκια με κεριά και ροδοπέταλα επάνω, μαύρα μαρμάρινα μπαρ, κολωνάτα ποτήρια με άσπρο ή κόκκινο κρασί και όλο το σύστριγγλο να ποδοπατάει την ουρά της φούστας μου. Πέρασα πολύ καλά. Και βρήκα και μια γωνία που όλοι κάπνιζαν και έβγαλα το άχτι μου. (Στη Γερμανία απαγορεύεται αυστηρότατα το κάπνισμα σε εσωτερικούς χώρους). Τρακάραμε και πάνω σε γνωστούς από τα πάτρια εδάφη, αλλά έμεινα παγερώς αδιάφορη. Αυτούς τους βλέπω κι εδώ. Και βαρέθηκα. Προτιμώ να παρατηρώ τη γερμανική φυλή. Είναι πιο ενδιαφέροντες. Ακόμα και στο φλερτ τους. Γιατί αυτοί, ακόμα φλερτάρουν. Κομψά και με λεπτότητα. Φλερτάρουν όμως.
Δεν ξέρω τι διαφορές μπορεί να έχει η Leipzig με την Koln, πάντως στη δεύτερη, όλοι οι γερμανοί μιλάνε άπταιστα αγγλικά.

Αν δεν είχαμε το gps του Β. τον οποίο είχα καταρακώσει στο δούλεμα τον καημένο πριν φύγουμε από την Αθήνα επειδή πήγε και έσκασε 370 ευρώ για να το πάρει, ακόμα χαμένοι θα είμασταν και θα γυρίζαμε γύρω-γύρω με αυτοκίνητα. Η μανταμίτσα όμως, μας έδινε σαφέστατες οδηγίες για το που θα πάμε και πως θα πάμε, οπότε φτάσαμε στην ώρα μας την επόμενη μέρα του φεστιβάλ και πρόλαβα τον Daniel να τραγουδάει το επικό και αγαπημένο μου Lucretia. Πρώτο live. Ξεπατώθηκα.

Άρχισα το γύρω-γύρω στα δύο stages ανάμεσα σε δίμετρους γερμανούς και νταρντάνες γερμανίδες. Έπιανα κουβέντα με όλο αυτό το μαγικό κόσμο και τσάκισα τους καφέδες. Είχαν πολύ καλό εσπρέσο και μαζί με τον Μ. μάλλον καταναλώσαμε ένα ολόκληρο βαρέλι.

Και κάπου στη μέση, έψαχνα και τα βινύλια, σκεφτόμενη πως παρά την έλλειψη χρημάτων, μπορώ να πεινάσω άνετα, αρκεί να βρω αυτά που θέλω. Βρήκα δύο δίσκους που ήθελα και τους χρυσοπλήρωσα χαρούμενη, ενώ ο Β. από δίπλα με έλεγε κουφαλίτσα που κατάφερα να βρω αυτά τα δύο διαμαντάκια.

Η δεύτερη μέρα του φεστιβάλ πήγε πάνω κάτω στα ίδια, μεταξύ δύο stages, με εμάς τους έξι να χανόμαστε και να ξαναβρισκόμαστε μέσα στο συναυλιακό χώρο. Αρχίσαμε τα ψώνια, αφού είμαστε αθεράπευτα ψώνια έτσι κι αλλιώς και φορτωθήκαμε αρβίλες, κορσέδες, πουκάμισα, επωμίδες, ζώνες, μπότες και άλλα περίεργα. Η Χ. έσπασε πλάκα με τον κούκλο γερμανό μου που έλυνε και μου έδενε τους κορσέδες στο δοκιμαστήριο. Ήταν μια περίεργη διαδικασία που δημιουργούσε ένα αίσθημα οικειότητας.

Και μετά αρχίσαν να πέφτουν τα τηλεφωνήματα και τα sms βροχή από την Αθήνα. Ακούστηκε στις ειδήσεις ότι σε κάποιο φεστιβάλ στη Γερμανία ποδοπατήθηκε ο κόσμος και έγινε της τρελής. Φυσικά οι δικοί μας εδώ πίσω, δεν είναι γνώστες της κομψότητας της γοτθικής κοινότητας... Στο δικό μας φεστιβάλ, οι δίμετροι γερμανοί έκαναν στην άκρη για να περάσω μπροστά -προφανώς με έβλεπαν σαν στρουμφάκι- και μου χαίδευαν το κεφάλι άμα καθόμουν μπροστά τους, προσέχοντας να μη με ποδοπατήσουν. Όλα ήταν ήσυχα και αρμονικά στο δικό μας φεστιβάλ. Τόσο, που όταν έπαιξαν οι ASP με τους οποίος ο γερμανοί αλλαλιάζουν κανονικά, εγώ μπήκα στο pitt και άρχισα να χορεύω μαζί τους, ενώ δύο λεσβίες από πίσω μου φιλιόντουσαν με πάθος.

Πήγα για τσιγάρο πίσω από μια κολώνα κάποια στιγμή, ενώ μέσα από ένα παράθυρο ένας πανέμορφος δράκουλας γερμανός -δύο μέτρα κι αυτός- μου έκανε αστείες φατσούλες. Το βρήκα αξιολάτρευτο.

Στο τέλος, μας έπιασε και μια υπέροχη βροχή, η οποία ουδώλως πτόησε τους γερμανούς και αποφασισμένη να τους ακολουθήσω σε όλα, κάθισα μαζί τους να βρέχομαι ευχάριστα, νιώθωντας για ακόμη μια φορά πως βρίσκομαι στο σπίτι μου. Πως εκεί ανήκω.
Λυπήθηκα που τελείωσε το φεστιβάλ. Ήθελα να περάσω περισσότερο χρόνο με όλους αυτούς τους ανθρώπους. Να ανταλλάξω ακόμα πιο πολλές φορές e-mail και να γελάσω μαζί τους πίνοντας μπύρα καθισμένη στο χορτάρι.

Αισίως κατάφερα να μην πυροβολήσω την μπάντα Leave's Eyes - το τι τσιρίδα έπαιξε στα αυτό το show δεν περιγράφεται!- και γέλασα με την απογοήτευση του B. που παρακολούθησε το άθλιο show των Nachtmar.

Μέχρι εδώ, καλά είχαν πάει όλα...


P.S. Οι φωτογραφίες μου δεν είναι εδώ. Δεν ξέρω αν θα τις έχω κάποια στιγμή. Όλες όσες έχω χρησιμοποιήσει, είναι δανικές...

Τετάρτη, Ιουλίου 21, 2010

On The Road...

Είπα να το κάνω σαν τον Wim Wenders φέτος. Road Movie. Θα είναι ένα ταξίδι στο οποίο έχω πάρει πολύ λίγα λεφτά μαζί μου, εκ προθέσεως, με την πεποίθηση ότι θα εξαθλιωθώ από την πείνα και θα ζήσω κινηματογραφικές decadence καταστάσεις. Αν ήθελα να το τραβήξω πολύ το πράγμα, θα έκανα και ωτοστόπ. Δεν με παίρνει όμως. Άσε που δεν θα με αφήσουν και οι άλλοι...
Τους έχει πιάσει άγχος πως αύριο το πρωί δεν θα ξυπνήσω και θα χάσω το αεροπλάνο. Τους αφήνω να ανησυχούν κρυφογελώντας με την προστατευτικότητά τους. Δεν τους λέω πως τέτοιο σενάριο δεν παίζει, γιατί μετά θα χάσω όλο το υπόλοιπο...
Όσο οι άλλοι είναι έτσι, εγώ θα μοιάζω με την Alice στο Alice in the Cities του Wenders. Την ταινία την είδαμε πέρυσι, περίπου τέτοιο καιρό, σε ένα θερινό μαζί με την Λ. Ήταν και ο Αντρέας εκεί και μετά κόντεψε να με δολοφονήσει. Ακόμα μου κρατάει μούτρα νομίζω και μου το κοπανάει σε κάθε ευκαιρία...
Εμένα μου άρεσε η ασπρόμαυρη εικόνα. Μου άρεσαν τα τρένα και οι διαδρομές. Μου άρεσε να βλέπω τη Γερμανία ασπρόμαυρη. Σας αφήνω μόνους σας με την Αλίκη, εάν δεν την έχετε ήδη δει. Εγώ πάω επιτέλους διακοπές!

Κυριακή, Ιουλίου 18, 2010

Tuberculosis Vol. 2



Θέλει να μου κρατάει το ενδιαφέρον αμείωτο. Για τον Αντρέα λέω. Είναι ίσως ο μοναδικός άνθρωπος που καταλαβαίνει πόσο βασική είναι η ανάγκη μου να γράφω, ακόμα και σε χαρτάκια, λέξεις χωρίς συνοχή. Όταν βλέπει πως τα παρατάω, βρίσκει πάντα κάτι για να μου κεντρίσει το ενδιαφέρον. Προσπαθεί να με δελεάσει με νέες εικόνες, σχέδια και ιδέες. Είναι πολύ περίεργο το πως λειτουργεί αυτός ο μηχανισμός. Είναι λες και είναι συγχρονισμένος να το κάνει, ακριβώς τη στιγμή που, ενώ δεν έχω κάτι να πω, το έχω μεγάλη ανάγκη.

Ο Αντρέας δεν με αφήνει ποτέ να "λιμνάζω". Μου αρέσει αυτό. Με καθησυχάζει. Eίναι κάπως σαν να είχα ένα αδελφό ο οποίος αντέχει όλες τις εκκεντρικότητές μου με αξιοθαύμαστη στωικότητα και μετά, όταν αντιλαμβάνεται τα προσωπικά μου αδιέξοδα, παίρνει ένα γκασμά και μου ανοίγει καινούριους δρόμους για να προχωρήσω. Το κάνει δε, με τόσο διακριτική τρυφερότητα, που μερικές φορές, ούτε καν το καταλαβαίνω.
Το νέο soundtrack είναι αφιερωμένο στον Αντρέα και προέρχεται από τις τελευταίες μου αναζητήσεις που έκανα χωρίς εκείνον δίπλα μου. Είναι αφιερωμένο επίσης, στους προορισμούς που πάμε μαζί αλλά και σε αυτούς που πάμε χώρια και που μετά, σαν μικρά παιδιά βγάζουμε τους θησαυρούς που μαζέψαμε από αυτούς τους προορισμούς και τους ανταλάσσουμε με ευλάβεια.

Ο Αντρέας, είναι ένας φίλος, που με έμαθε να μην φοβάμαι να είμαι αυτό που είμαι. Με έμαθε να μην πατάω το pause. Να συνεχίζω. Για αυτό το λόγο τούτο blog θα ανοίξει στο φιλοθεάμον κοινό. Κυρίως για τον Αντρέα που χαίρεται να τολμάω.

Είχε γενέθλια αυτό το μήνα. Παρακαλώ σας, πράξτε τα δέοντα. Καλά να περάσετε και τούτο το καλοκαίρι.



*********************
PS από Dr. Beli

Δεχόμεθα μονάχα επιταγές και καταθέσεις σε ελβετική τράπεζα. Λεπτομέρειες εντός. Μέχρι όμως να το πάρετε απόφαση και να ξεπαραδιαστείτε για πάρτη μου, σας ρίχνω το link για το 2ο Tuberculosis.


Τετάρτη, Ιουνίου 02, 2010

B.F.G. - Pulse


Αυτόν το δίσκο δεν τον είχα. Είχα ένα άλλο δίσκο τους τον οποίο απέκτησα ένα καλοκαιρινό πρωινό, όταν καθώς είμασταν χωμένοι στην υπόγα της Αθήνας, ο Νίκος αποφάσισε να μου βάλει ένα κομμάτι που εγώ στο άκουσμά του, έβαλα τα κλάματα. Τα ζουμιά με πήραν για δύο λόγους : Πρώτα από όλα, επειδή μου άρεσε πάρα πολύ το κομμάτι που δεν είχα ακούσει ποτέ ξανά και που μου θύμισε πόσο ωραία τραγούδια έχουν γραφτεί και εγώ ακόμα δεν τα ξέρω και μετά, επειδή σκέφτηκα πως τον δίσκο θα τον αγόραζε τελικά ο Νίκος, ενώ ήθελα να τον πάρω εγώ. Δεν είχαν άλλη κόπια. Ο Νίκος μου τον έκανε δώρο εκείνη τη μέρα.
Τον αγάπησα πάρα πολύ -το δίσκο, όχι τον Νίκο- και το έψαξα περισσότερο. Βρήκα μερικούς δίσκους να κατεβάσω για να ακούσω, αλλά προφανώς, κατά την ακρόαση δεν έδωσα τη δέουσα προσοχή.

Πριν από δύο περίπου εβδομάδες, κάποιος μου επέστησε την προσοχή στο συγκεκριμένο κομμάτι. Κράτησα μια νοερή σημείωση και το άκουσα ξανά λίγες μέρες πριν. Στην αρχή, απόρησα -επειδή αυτός που μου το συνέστησε, ακούει ότι εμένα με συνεπαίρνει- που το ξεχώρισε αυτό το κομμάτι. Η εισαγωγή μου φάνηκε βαρετή έως αδιάφορη. Έτοιμη να το κόψω ήμουν, ενώ ένιωθα μεγάλη απογοήτευση που τα δικά μου αυτιά, δεν μπορούσαν να συλλάβουν την ομορφιά που μου περιέγραψε. Πρώτα αυτό σκέφτηκα και μετά απογοητεύτηκα που τελικά δεν ακούμε τα ίδια πράγματα, ενώ εγώ αλλιώς νόμιζα...

Και εκεί που είμαι έτοιμη να πατήσω το stop, το κομμάτι ξεδιπλώνει όλο το μεγαλείο του, αφήνοντάς με άφωνη, συνεπαρμένη και χαρούμενη που κράτησα τη νοερή σημείωση, που τελικά τα αυτιά μου αποδείχτηκαν άξια των περιστάσεων και που τελικά, δεν πάτησα το stop...



(...) Μήπως τελικά έχουν δίκιο, κάποιοι φίλοι και γνωστοί, που μου λένε να μην πατάω stop;

Σάββατο, Μαΐου 29, 2010

Sunglasses...


Τις βλέπω κάθε μέρα στο λεωφορείο. Στο δρόμο, στα μαγαζιά... Είναι μια από εσάς. Και φοράει αυτά τα φρικτά, τεράστια γυαλιά ηλίου, ακολουθώντας αυτή τη γελοία μόδα που λανσαρίστηκε τα τελευταία χρόνια, πλασάροντας τεραστίων διαστάσεων πλαστικούς σκελετούς, που κρύβουν τα όμορφα γυναικεία πρόσωπα και μοιάζουν με μάσκες οξυγονοκόλλησης...
Φέτος το καλοκαίρι, θα ήθελα να δηλώσω ότι μισώ αφόρητα -ανάμεσα σε πολλά άλλα πράγματα, ανθρώπους, καταστάσεις και τραγούδια- τα Jackie O στυλ γυαλιά ηλίου.
Με κάνουν και γελάω. Ίσως όπως κάνω εγώ τους άλλους να γελάνε με τα δικά μου γυαλιά ηλίου, τα οποία μπορείτε να καμαρώσετε στη φωτό από πάνω. Τα ξετρύπωσα στη Γερμανία και νομίζω ότι με αυτά θα με θάψουν.
Όλοι οι οίκοι μόδας, θα πρέπει να έβγαλαν πολλά λεφτά με αυτά τα εκτρώματα που πουλάνε για γυαλιά. Όταν βλέπω τεράστιους κόκκινους σκελετούς ή άσπρους, με το ζόρι κρατιέμαι και δεν πέφτω κάτω από τα γέλια.
Συγνώμη κορίτσια...

Κυριακή, Μαΐου 09, 2010

Handful Of Snowdrops


Μεταξύ δύο καφέδων, όσο περίμενα χθες στα Εξάρχεια, πέρασα μια βόλτα από τον Θανάση. Εντάξει, δεν έχω πληρώσει ακόμα το ρεύμα, αλλά είχα πολύ καιρό να πάω και μου είχε λείψει. Όχι ο Θανάσης. Η αίσθηση του να κουβαλάς στο σπίτι κανούργια cd. Ο Θανάσης έβγαλε από το συρτάρι αυτό το cd και μου το έδωσε. Όταν κάνει έτσι, απλώς δεν μιλάω. Δεν κοιτάζω καν τι μου δίνει. Ξέρω πως απλά πρέπει να το πάρω.
Το άνοιξα σήμερα το πρωί καθώς έπινα καφέ, πολύ προσεχτικά, χρησιμοποιώντας το κοφτάκι μου για να μην χαλάσει η ζελατίνα και σκέφτηκα πως δεν πειράζει καθόλου που δεν έχω πληρώσει το ρεύμα. Άμα μου το κόψουν, θα ακούω μουσική στο φορητό αρχαίο cd player μου με μπαταρίες.
Τελικά χθες, κουβάλησα πίσω στο σπίτι πολύ ωραία πράγματα.



Σάββατο, Μαΐου 01, 2010

Preparations


Επιτέλους, μπαίνω σπίτι. Πετάω τις μπότες μου όπου βρω και τρέχω στην καφετιέρα. Μέχρι να γίνει ο αρωματικός καφές, ανάβω το θερμοσίφωνο και βάζω στο cd player ένα cd. Δεν θέλω να ξαναφύγω από το σπίτι. Είμαι κουρασμένη και δεν έχω κουράγιο να λούσω τα μαλλιά μου. Η μελωδίες που ακούγονται από τα ηχεία με κατευνάζουν. Ηρεμούν το μέσα μου και διώχνουν την ένταση που έχει συσσωρευτεί από τις 7 το πρωί στους μυς μου.

Κάθομαι για λίγο στον καναπέ μου απολαμβάνοντας το άρωμα του καφέ και προσπαθώ να ξεγελάσω τον αυχένα μου και να τον πείσω ότι δεν πονάει. Δεν θέλω να πάω. Μου το χαλάσανε. Αυτά τα χρόνια, αυτοί οι άνθρωποι... μου το χαλάσανε. Είναι αυτή ακριβώς η στιγμή που νιώθω πως με τη μουσική είμαστε εχθροί. Δεν την θέλω. Ανάβω τσιγάρο στεναχωρημένη που νιώθω έτσι. Διαφωνώ με τον εαυτό μου ασθενικά. Προσπαθώ να τον πείσω πως κανένας δεν έχει τη δύναμη να με χωρίσει από την αγαπημένη μου συντρόφισα.
Δεν θέλω να πάω.

Κάνω μπάνιο στα γρήγορα, χωρίς κέφι, λες και ετοιμάζομαι να πάω να συναντήσω ένα κακό εραστή και λούζω τα μαλλιά μου. Εκνευρίζομαι με το πείσμα μου να κρατάω πάνω στο κεφάλι μου όλη αυτή τη μαλλούρα που θέλει τόσες ώρες φροντίδα. Φορώντας το μπουρνούζι μου και στάζοντας νερά, τσεκάρω τα mail μου για να δω τι ώρα πρέπει να είμαι εκεί και υπολογίζω την ώρα που μου έχει απομείνει. Δεν θέλω να πάω.

Κοιτάζοντας μέσα στην ντουλάπα, δεν μπορώ να ξεχωρίσω ρούχα. Είναι όλα μαύρα. Πίσω στο βάθος ένα δαντελένιο φόρεμα μου κλείνει το μάτι. Δεν το έχω ξαναβάλει και σκέφτομαι πως οι δαντέλες και οι βικτωριανές μου καρφίτσες, ίσως μου φτιάξουν το κέφι.

- "Ποιά cd θα πάρεις μαζί σου;"
Κρατάει παραμάσχαλα την τσάντα μου και είναι έτοιμος να αρχίσει να τη γεμίζει ενθουσιασμένος. Χαμογελάω από μέσα μου με την τρυφερότητά του. Θα ψάχνει μια ώρα μέσα στις γυάλινες προθήκες να βρει τα cd που του λέω καθώς εγώ θα ετοιμάζομαι.
Δεν θέλω να πάω.

Αρχίζω να βάφομαι και σκέφτομαι πως τη μισώ αυτή τη διαδικασία. Δεν νομίζω ότι μπορώ να μισήσω κάτι περισσότερο από το να απλώνω σκιά πάνω στα μάτια μου, η οποία πάντα μου βγαίνει σαν μουτζούρα. Κοιτάζω τις ρυτίδες μου και εύχομαι σιωπηλά να μπορούσα να πω ότι είναι ρυτίδες γέλιου. Εύχομαι να είχα γελάσει τόσο πολύ στη ζωή μου ώστε να τις βλέπω περήφανη τώρα στον καθρέφτη, αναπολώντας ευχάριστες στιγμές. Δεν είναι ρυτίδες γέλιου όμως...
Δεν θέλω να πάω.

Βάζω το αγαπημένο μου άρωμα και γεμίζει το σπίτι ευωδιά. Αμέσως το μετανιώνω. Τόσο, που είμαι έτοιμη να μπω στη μπανιέρα ξανά, να πλυθώ, να φύγει η μυρωδιά και μετά να βάλω άλλο. Δεν έχω χρόνο όμως. Θυμάμαι αυτόματα, με αυτόν τον τρόπο που ανακαλούν εικόνες μέσα στο κεφάλι σου οι μυρωδιές και οι γεύσεις, τα Σαββατοκύριακα που έμενα μαζί του. Όταν πηγαίναμε στην κουζίνα για καφέ και μετά ανεβαίναμε πάλι στο δωμάτιο για να βγούμε στη μεγάλη βεράντα να τον πιούμε κοιτάζοντας τη θάλασσα, το δωμάτιο μύριζε ακριβώς έτσι. Κι εγώ χαιρόμουν κρυφά που θα έμενε κάτι από την παρουσία μου εκεί, ακόμα κι όταν θα είχα φύγει.
Μαλώνω τον εαυτό μου πολύ αυστηρά. Του υπενθυμίζω ότι δεν έχει κανένα νόημα να τα θυμάται αυτά και ξέρω ότι είμαι άδικη μαζί του γιατί δεν φταίει. Συμβαίνει σε όλους τους ανθρώπους να θυμούνται πράγματα με αφορμή, μυρωδιές, γεύσεις, ήχους και χρώματα. "Να αλλάξεις άρωμα!" του γκαρίζω σιωπηλά και μετά το μετανιώνω πάλι, γιατί κι αυτό είναι άδικο, επειδή του αρέσει πολύ αυτό το άρωμα και του ταιριάζει κιόλας. Καθώς στριμώχνω τα πόδια μου μέσα στις ψηλοτάκουνες μπότες, με ξαναμαλώνω, υπενθυμίζοντάς μου πως πρέπει να χαίρομαι για αυτές τις αναμνήσεις και πως πρέπει να είμαι ευγνώμων σε εκείνον που μου τις χάρισε. Που μου έδωσε τόσα πολλά καλά πράγματα να θυμάμαι. Άλλοι δεν ήταν άξιοι και ικανοί να μου χαρίσουν απολύτως τίποτα και μου δίδαξαν πόσο ενοχλητικό και δυσάρεστο είναι το συναίσθημα της αποστροφής και της περιφρόνησης. Δεν θέλω να πάω, αλλά θα παω!

Βγαίνω στη λεωφόρο για ταξί. Μόνη. Τα αυτοκίνητα περνάνε και μερικοί κορνάρουν καθώς με βλέπουν να περιμένω. Συνήθως από τα αυτοκίνητά τους ακούγονται πολύ δυνατά λαϊκά τραγούδια. Είναι τόσο γελοία εκνευριστικοί, που χαίρομαι όταν βρίσκω γρήγορα ταξί.

Μπαίνω στο μαγαζί. Μόνη. Ο Θ. είναι ήδη εκεί. Μια αέναη φιγούρα μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια. Αδιάβλητος και απαράλαχτος. Έχω καιρό να τον δω και χαίρομαι που βλέπω πως μερικά πράγματα, μερικοί άνθρωποι δεν αλλάζουν. Ανεβαίνουμε στα πλατό και βγάζουμε τα cd μας. Κι εκείνη την ώρα, όταν οι πρώτες νότες αρχίζουν να βγαίνουν από το cd που έχουμε βάλει εμείς, προκαλώντας δονήσεις στους τοίχους και τα σώματα, συνειδητοποιώ, πως τίποτα και κανένας δεν μπορούν να μου χαλάσουν τίποτα. Είναι δικά μου. Είναι κεκτημένα μου. Είναι τα χρόνια της ζωή μου. Είναι το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μου. Κι απλώνω ένα τεράστιο χαμόγελο στα κοκκινοβαμμένα χείλια μου και βγάζω με κέφι cd μπροστά μας, γεμάτη σιγουριά για αυτό που είμαι εγώ και που ποτέ δεν θα γίνουν αυτοί. Βλέπω κάποιον στην άλλη άκρη του μαγαζιού και θυμάμαι την εποχή που σχεδόν παιδάκι ακόμα μάθαινα... Ο Γ. έρχεται, ανεβαίνει πάνω στα πλατό και με φιλάει τρυφερά στο κεφάλι. Ένας τεράστιος πανέμορφος άντρας γεμάτος piercing και tattoo που όλα αυτά τα χρόνια μου θυμίζει βράχο ακούνητο. Ο άλλος Γ. έρχεται και με φιλάει κι αυτός. "Κούκλα μου, σ'αγαπώ πολύ" μου λέει και ξέρω πως το εννοεί. Με εκτιμάει ακόμα και μετά από δύο ταξίδια στη Γερμανία που έχουμε κάνει παρέα, πεινασμένοι, κουρασμένοι να τρέχουμε από live σε live, μουρτζούφληδες το πρωί, σε υπερδιέγερση το βράδυ...
Έρχεται και ο Β. και με ρωτάει που ξαναπαίζω και πότε. Έρχεται κι ένας γλυκός πιτσιρικάς και μας ρωτάει για τους Tones On Tail.

"Dance Society έφερες;" με ρωτάει ο Θ. αυστηρά και νιώθω πως άμα δεν έχω φέρει, θα με μαλώσει. Κοιτάω τις συλλογές μου και του ανακοινώνω περήφανη πως έχω.
"Ωραία, για δώσε" λέει και του πασάρω το cd.

Καθώς κάνει την αλλαγή, φυσάω τον καπνό από το τσιγάρο μου, πίνω μια γουλιά από το ποτό μου και σκέφτομαι πως η μουσική είναι μια μοναχική διαδικασία. Σε καμία ώρα θα επαναλάβω αυτή την ατάκα σε κάποιον που θα μου κάψει τα ολοκαίνουρια δαντελένια μανίκια μου και θα συμφωνήσει μαζί μου. Και θα νιώθω, πως όλοι οι υπόλοιποι, δεν έχουν καμία θέση εκεί. Τίποτα δεν χάλασε. Ήμουν εκεί.