Σελίδες

Δευτέρα, Οκτωβρίου 04, 2010

Treasures...


Μου έκλεισε πονηρά το μάτι καθώς βόλταρα αμέριμνη την Κυριακή, απολαμβάνοντας τη λιακάδα στο Μοναστηράκι. Ο δίσκος των Front 242 έτυχε και ήταν μπροστά-μπροστά στα καφάσια. Ο πλανόδιος πωλητής φώναζε : "Δύο ευρώ οι δίσκοι, δύο ευρώ!".
Κοίταξα τα δέκα, παρατεταγμένα σαν στρατιωτάκια καφάσια και ετοιμάστηκα. Οι Front 242 εξακολουθούσαν να μου κλείνουν πονηρά το μάτι. Πάνω από ένα καφάσι με δίσκους, είχαν τοποθετήσει και μια κομόντα. Το βάρος στους όρθιους δίσκους, θα πρέπει να ήταν δυσβάσταχτο. Έκατσα κάτω, μέσα στη μέση του δρόμου και άρχισα να ψάχνω. Τους είπα να βγάλουν την κομόντα που ακουμπούσε πάνω στα βινύλια, σχεδόν κλαίγοντας. "Παθαίνουν ζημιά!" τους είπα.

Θα πρέπει να ήταν αποθηκευμένοι σε κάποια υπόγα που πλημμύρισε. Τα εξώφυλλα ήταν βρεγμένα, κολλημένα μεταξύ τους και γεμάτα μούχλα. Εισέπνευσα τόση πενικιλίνη που δεν νομίζω ότι θα αρρωστήσω ποτέ ξανά στη ζωή μου. Με έπιασε βήχας. Τους έπιανα τρυφερά καθώς έψαχνα, σαν μικρά παιδιά που έχουν χτυπήσει. Πέρασε μια ώρα. Συνέχισα να ψάχνω, ενώ ο αριθμός αυτών που είχα βγάλει στην άκρη για να αγοράσω αυξανόταν σταθερά.
Από πάνω μου ήταν δύο τύποι που έψαχναν κι αυτοί. Μου έπιασαν την κουβέντα. Νευρίασα άσχημα. Μου χαλούσαν την ιεροτελεστία. Την αυτοσυγκέντρωση. Όταν έπιασα στα χέρια μου ένα δίσκο του David Sylvian ο ένας από αυτούς μου τον άρπαξε από τα χέρια.
-"Αυτόν θα τον πάρω εγώ. Έχω ολόκληρη τη δισκογραφία και μου λείπει μόνο αυτός" μου είπε.
Όρμηξα και τον πήρα πίσω.
- "Εγώ τον βρήκα και είναι δικός μου!" αγρίεψα.
Άρχισε τα παρακάλια για να του δώσω το δίσκο για καμιά ώρα ακόμα περίπου. Εγώ συνέχιζα να ψάχνω αγνοώντας τον και στο τέλος μου δημιούργησε τόσο πονοκέφαλο, που τον έβρισα. Τον δίσκο δεν του τον έδωσα. Δεν υπήρχε περίπτωση. Με είπε σκληρή κι εγώ έβαλα τα γέλια.

Ο πλανόδιος, άπλυτος πωλητής, ήθελε να τα μαζέψει και να φύγει. Εγώ σερνόμουν ακόμα ανάμεσα στα καφάσια και τη μούχλα βήχοντας σαν φθισικιά.
-"Κοπελιά, δώσε μου ένα πενηντάρικο και πάρτους και φύγε!" μου λέει.
Μου ήρθε να βάλω τα κλάματα. Μου είχαν μείνει τρία καφάσια που δεν είχα ψάξει. Ο άλλος ο τύπος, εξακολουθούσε να μου ζητάει το δίσκο του Sylvian. Δεν είχε καμία τύχη.

Πλήρωσα και πήρα τους θησαυρούς μου. Δύο ευρώ έκαστος. Τους έβαλα σαν νεογέννητα μωρά μέσα στο σπίτι. Πήρα ένα μαλακό πανί και άρχισα να καθαρίζω τη μούχλα.
Χαμογελούσα βήχοντας...

Pic

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 23, 2010

The Appalling




by Mistress Hyde

Γεμάτη αποτροπιασμό, αδυνατώντας να νιώσω έστω και την παραμικρή έμπνευση προερχόμενη από αυτή την ύπαρξη για να συντάξω μια -έστω αξιοπρεπή- πρόταση, άνοιξα το βαρύ δερματόδετο λεξικό μου στο άλφα, ελπίζοντας πως το στερητικό "α" δεν θα με απογοήτευε, έχοντας τη γνώση ότι αυτή η μορφή ζωής στερείται οποιαδήποτε βασική ανθρώπινη αρχή. Πράγματι, δεν απογοητεύτηκα. Βρήκα πολλές λέξεις, δοξάζοντας τον αστείρευτο πλούτο της Ελληνικής γλώσσας :

Ανεπανόρθωτα ακρωτηριασμένος, αδειάσιστα άδικος και αδιόρθωτος, αβυσσαλέα αδιάντροπος, αβάστακτα αβέβαιος και άβουλος, αιχμηρά αδίστακτος και αδυσώπητος, αναίσχυντα αιμοβόρος, άκομψος, αβαθής, αγενής, αγύρτης και αδαής, αδικαιολόγητα αδιοργάνωτος, ακάθαρτος και ακαλλιέργητος, άκοπα αλαζονικός και ασεβής, αναβλητικός και αναίσθητος, ανάλγητος και αναληθής, αναλλοίωτα άνανδρος, ανεκδιήγητα ανεπίδεκτος, ανεξάντλητα ανεύθυνος, αποκρουστικά ανόητος και ανίκανος, ανόσια αντεκδικητικός, αντιφατικός, ανυπόστατος και άξεστος, άσκοπα αρχομανής, απερίγραπτα αξιολύπητος και αναξιοπρεπής.

Φεύγοντας, εύχεσαι να εκλείψει από το σύμπαν ολόκληρο η συγκεκριμένη μορφή ύπαρξης και οπλίζεσαι κυριολεκτικά για να παραμείνεις ασφαλής από αυτό το είδος...

**********

by Dr. Beli

Στο συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου η ετικέτα «μαλάκας» θα ταίριαζε απόλυτα. Επειδή όμως ο μαλάκας έχει γενική εικόνα στις μέρες μας (όλοι είμαστε μαλάκες κατά καιρούς), έσπασα το κεφάλι μου να βρω ορισμένα σημεία που έχω συναντήσει σε τέτοιους τύπους κι εγώ όπως η Mistress. Η αρχική ιδέα της Mistress ήθελε να έχει τον τίτλο «Ο Άνθρωπος Πανούκλα», αλλά και πάλι δε μου κατέβαινε κάτι στον καρίτσαφλο να γράψω! Μετά από 2 ώρες ζαλάδας, κοιτάζοντας ένα άδειο wordpad ανοιχτό, και αφού έψαξα λίγο το θέμα στο διαδίκτυο, κατάλαβα πως αυτός ο τύπος ανθρώπου με τον όρο «πανούκλα» απλά χαραμίζεται! Κι έτσι έπεσα πάνω στις 10 πληγές του Φαραώ. «Πού κολλάνε αυτές;» θα με ρωτήσετε και θα σας απαντήσω. Δεν θα μπορούσα να βρω καλύτερη παρομοίωση από αυτές! Ας ξεκινήσουμε τη διάγνωση-αντίστροφη μέτρηση λοιπόν!

10. Τα νερά του ποταμού Νείλου μετατράπηκαν σε αίμα.

Όχι, ο τύπος δεν είναι ο Χουντίνι για να πεις ότι μπορεί να το καταφέρει -ούτε καν ο Κόπερφιλντ δηλαδή, για να το πετύχει έστω μέσω παραισθήσεων! Όπως οι Αιγύπτιοι κατάντησαν να ξεμείνουν από πόσιμο νερό με αυτή την πληγή, έτσι κι ο τυπάς αυτός σου βγάζει την Παναγία με την όπισθεν προκειμένου να καταλάβεις τι θέλει από αυτή τη μίζερη ζωή (του) και τι σκατά θέλει να κάνει στη δική σου ζωή. Στην προκειμένη περίπτωση μουλαρώνει μέχρι αηδίας, στεκόμενος στη γωνίτσα του σαν μικρό παιδί και σου αλλάζει τον αδόξαστο μέχρι να το πάρεις απόφαση να πεταχτείς στο απέναντι φαρμακείο και να αρπάξεις με δημοκρατικές διαδικασίες ένα μπουκάλι αρσενικό και να το κατεβάσεις μονορούφι!

09. Βάτραχοι κάλυψαν όλη την επικράτεια της Αιγύπτου.

Χα! Μη περιμένετε να διαβάσετε για βάτραχους που μεταμορφώθηκαν σε πρίγκηπες, δεν ισχύουν αυτά στην πραγματική ζωή! Αυτό το είδος ανθρώπου ζει σε μια περίεργη κατάσταση. Θα μπορούσες να διακρίνεις τη διπολικότητα του χαρακτήρα του -στην παρούσα φάση θα λέγαμε «τη διπλή του προσωπικότητα»- η οποία κάνει πούδρα τα αρχίδια αλιγάτορα στο νότιο ημισφαίριο. Κι όπως ο βάτραχος κατατάσσεται στα αμφίβια ζωντανά αυτού του πλανήτη, έτσι κι ο λεγάμενος ζει για 2 πρόσωπα, καταστρέφοντας διπλά ό,τι πιάσει το χέρι/στόμα/μυαλό του. Πριν το παλέψετε να φιλήσετε αυτόν τον άνθρωπο για να μεταμορφωθεί σε κάτι καλό, σκεφτείτε αν όντως πάτε να φιλήσετε το σωστό άτομο κι όχι την ανύπαρκτη 2η υπόστασή του!

08. Ο αέρας της Αιγύπτου γέμισε με σκνίπες.

...Έκανα μια παύση 10 λεπτών προκειμένου να παρατηρήσω τη συμπεριφορά μιας σκνίπας που ήρθε να γευματίσει πάνω στον αγκώνα μου. Έρχεται, που λέτε, κουνιστή-λυγιστή-ιπτάμενη με μόνο εξοπλισμό αυτόν με τον οποίο την προίκισε η φύση. Κάθεται κυρία και με τα λεπτά της ποδαράκια παραμερίζει μια τρίχα μου γιατί μάλλον της χαλάει τη θέα! Σαν να βλέπω τώρα το σκηνικό ενός πικ-νικ στο πάρκο να εξελίσσεται μπροστά μου. Αφού έχει τακτοποιηθεί, βγάζει το...μετροπόντικά της να αρχίσει τη γεώτρηση. Αν και ο πόνος είναι σχεδόν αμυδρά ενοχλητικός, το κούνημα του χεριού μου δεν την πτεί αλλά εκείνη συνεχίζει ακάθεκτη το μπεκρούλιασμα κοντεύοντας να χωθεί στο δέρμα σαν στρουθοκάμηλος που έχει κλάσει μαλλί! Τελειώνοντας τον πρώτο γύρο από...Bloody Mary, τα μαζεύει όλα και την κάνει με ελαφρά. Κι όμως, κάπου πιο κάτω, της είπαν, υπάρχει μια καντίνα με...βρώμικο και βρίσκει την ευκαιρία να το επισκεφτεί αμέσως. Και στο τέλος αυτό που σου μένει -εκτός από ένα σπυρί στον αγκώνα- είναι (και) ένα σπυρί στον κώλο! Δε νομίζω πως πρέπει να επεκταθώ περισσότερο. Το πιάσατε το νόημα!

07. Σμήνη από αλογόμυγες εισέβαλλαν σε κάθε κατοικία.

Φανταστείτε μια μύγα καβάλα στο...άλογό της και φτιάξτε την κατάλληλη εικόνα με τον τύπο ανθρώπου της ιστορίας μας, με τη διαφορά πως το άλογο παραμένει άλογο κι ο δικός μας γίνεται η μύγα! Μετά την σκνίπα, η μύγα έρχεται απλώς για το καθάρισμα του τραπεζιού και να πάρει το πουρμπουάρ που άφησε η πρώτη μετά τον κανιβαλισμό στον αγκώνα μου! Αυτός ο τύπος, λοιπόν, είναι τόσο ενοχλητικός και σκατοχαρακτήρας συνάμα, που αποφασίζει ναι μεν να σου γίνεται στενός κορσές αλλά όταν δει τα δύσκολα μετοικίζει λίγο παρακάτω μέχρι να του αδειάσεις τη γωνιά και να επιστρέψει σε δευτερόλεπτα εκεί από όπου ξεκίνησε. Σε φτάνει σε τέτοιο σημείο να θες να τον σκοτώσεις αλλά είναι που βαριέσαι να σηκωθείς να αρπάξεις τη μυγοσκοτώστρα -κι όχι τίποτα άλλο, φοβάσαι μη τον σκοτώσεις την ώρα που είναι πάνω στο πόδι σου και πάθεις καμιά μόλυνση...

06. Βαριά επιδημία έπληξε όλα τα κοπάδια των Αιγυπτίων.

Ναι, καλά το καταλάβατε. Μιλάμε για την αρρωστημένη εικόνα που έχει για τον εαυτό του, θεωρώντας τον ίδιο μεγάλο και τρανό ενώ στην ουσία είναι «τα αρχίδια μας κουνιούνται», ένας μαλάκας με ISO 9001 και τέτοια παρεμφερή. Δεν θα τον πετύχεις ποτέ να υπερηφανεύεται για τα κάλλη του (και τους κάλους του), την ομορφιά του και τη γεμάτη γεύση του, αλλά όταν ο κολλητός/η κολλητή πει μια καλή κουβέντα γι' αυτόν, θα συμφωνήσει χωρίς δεύτερη σκέψη γιατί «πώς να το κάνουμε; Μόλις με έφτιαξε ο Θεός, έσπασε το καλούπι μετά». Το θέμα είναι πως η κατάστασή του είναι άκρως κολλητική, ανίατη και ηλίθια σε βαθμό κακουργήματος κι οι επιστήμονες έχουν προ πολλού σηκώσει χέρια και πόδια ψηλά με το θέμα του.

05. Άνθρωποι και ζώα γέμισαν εξανθήματα...

Δε θα πω κάτι για τα ζώα, γιατί μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν έχω δει αντίκτυπο σε αυτά. Στους ανθρώπους μπορώ να σου πω όμως με ακρίβεια τι συμβαίνει. Η συμπεριφορά του σου προκαλεί αλλεργία, το σοκ μπορεί και να το γλυτώσεις. Αλλά πάντα θα υπάρχει κάποιος άσχετος που θα σου προσφέρει κάτι χωρίς να ξέρει σε τι είσαι αλλεργικός ή με ποια πράγματα βγάζεις καντύλες ακόμα και στο άκουσμά τους. Στην αρχή παλεύεται η κατάσταση. Λίγο με κανένα αντιβιωτικό, με καμιά θεραπεία... Η υπερβολική έκθεσή σου όμως σου προκαλεί βλάβες στο ανοσοποιητικό και το θέμα χρίζει πλέον ιατρικής παρακολούθησης! Το εξάνθημα γίνεται πληγή με το ξύσιμο και τελικά ζημειωμένος βγαίνεις εσύ.

04. Έπεσε βροχή από πολύ βαρύ χαλάζι.

Για να του κάνεις ένα αστείο, έτσι για να γελάσετε με την παρέα, μη το σκεφτείς ούτε για πλάκα! Αν και μερικές φορές έχει αίσθηση του χιούμορ, η αναίσθητη αντίδρασή του σε αστείο που δε το κατάλαβε ή -τάχα μου- τον προσέβαλε θα σου σπάσει τα νεύρα. Τέτοια «κρυοκωλίαση» δεν την έχεις ξαναδεί, πίστεψέ με, σε σημείο όπου μπορεί να κάθεται στον καναπέ, δίπλα ακριβώς από εσένα αλλά με μια μούρη κατεβασμένη να σφουγγαρίζει το παρκέ από τα νεύρα και με ένα ξερό «ναι» ή «όχι» σε κάθε ερώτηση που του κάνεις. Και καλά να γίνει κάτι τέτοιο...μένει εκεί και έχεις την ευκαιρία να το λύσετε. Να σε δω τι θα κάνεις μόλις ανοίξει την πόρτα εκεί που δε το περιμένεις και γίνει μπουχός! Αχ...και στο είπα ρε φίλε, αφού ξέρεις ότι κάνει 45 μέρες μετά να σε πάρει τηλέφωνο, τωρα πώς θα το συζητήσετε;

03. Σκοτείνιασε η γη της Αιγύπτου από τα σμήνη των ακρίδων.

Το καλύτερο so far! Όταν ήμουν πιο μικρός, με έβλεπε η μάνα μου να κάθομαι στo τραπέζι μαζί με τη θεία μου και να κάνουμε παπάρες στη σαλάτα και να εξαφανίζουμε το κρεμμύδι από προσώπου γης μέχρι να πεις «Ναβουχοδονόσορας», όπου και πεταγόταν από την κουζίνα σαν ελατήριο και φώναζε «Αμάν πια, θεία και ανηψιός! Σαν τις ακρίδες πέσατε στη σαλάτα και θα πρέπει να φτιάξω κι άλλη!» Δεν ξέρω αν μου έμεινε παιδικό απωθημένο αλλά since then σπάνια θα φάω σαλάτα! Αλλά αρκετά με εμένα! Ο άλλος ακριδόμορφος , τη στιγμή που μιλάμε, έχει ήδη μετακομίσει σε άλλο χωράφι και ετοιμάζεται να κατασπαράξει ό,τι βρει μπροστά του. Λογικό το βρίσκω για ακρίδα. Έφαγε ό,τι έφαγε από εσένα, καιρός να πάμε παρακάτω, που λέει και το άσμα!

02. Για τρεις ημέρες πυκνό σκοτάδι σκέπασε όλη την αιγυπτιακή επικράτεια.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αριθμός 3 είναι καθαρά συμβολικός αλλά καθόλου άσχετος. Δεν ξέρω μετά από μια συζήτηση, έναν καυγά, ένα λάθος συναίσθημα αν θα σε σκεπάσει πυκνό σκοτάδι αλλά σίγουρα θα πάρεις τα 3 του (εξού κι ο συμβολικός χαρακτήρας του αριθμού!) ως ένδειξη παραδειγματισμού. Μπορεί να μάθεις νέα του μετά από χρόνια κι ύστερα από έναν πυρηνικό πόλεμο όπου θα έχει αφανίσει όλον τον πλανήτη εκτός από αυτόν κι από εσένα, οπότε και θα δεις το όνομά του χαραγμένο στο κουφάρι καμιάς κατσαρίδας που απλά έτυχε να ήταν εν ζωή την ώρα που εκείνος αποφάσισε να αφήσει τα απομνημονεύματά του -αλλά δεν είχε εύκαιρο χαρτί και στυλό!

01. Πατάχτηκαν με θάνατο όλοι οι πρωτότοκοι γιοι των Αιγυπτίων...

...γιατί όχι κι αυτός;

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 14, 2010

~The Peter Pan~


Συγκινητικά, μα συνάμα παραπλανητικά, αθώος, ευχάριστος και αξιοπρεπής, διατηρεί ένα πολυκαιρισμένο αέρα παλιάς, ξεχασμένης ιπποσύνης και ευγένειας σαν παλιό μπουκάλι ακριβό κρασί που το ανασύρεις από ένα σκονισμένο κελάρι. Λαλίστατος, και αξιομνημόνευτα ακομπλεξάριστος, θυμίζει ένα ευχάριστο, νωχελικό, καλοκαιρινό περίπτατο στο πάρκο. Έξοχος και ευφιής ατακαδόρος, παραγεμισμένος από μια αντιφατικά χαρωπή μελαγχολία. Πρόθυμος πάντα για να βοηθήσει, διαθέτει μια γοητευτικά έμφυτη καλοσύνη που σε ανακουφίζει, χαρίζοντάς σου όμως συνάμα, μια απλόχερη φιλυποπτία. Αθόρυβα χαρισματικός, χωρίς φανφάρες αλλά γεμάτος θεατρινισμούς, σε κάνει θεατή ένος δραματικά ενδιαφέροντος θεατρικού έργου χωρίς το προκαθορισμένο happy end. Διατηρώντας με αυτοκαταστροφικό πείσμα την αέναη παιδικότητά του, σε συγκινεί βαθειά, με χαρωπή ευγένεια και παρουσία που μοιάζει με πτήση με πολύχρωμο αερόστατο.

Το μυστήριό του είναι αμετάβλητο, ακόμα και όταν νομίζεις πως ξέρεις τα πάντα για αυτόν, επειδή δεν σε αφήνει να ξύσεις κάτω από την επιφάνεια. Απρόβλεπτα συναρπαστικός, προσηνής και καλλιτεχνικός, μοιάζει με αυταπάτη. Διαθέτει αξιοθαύμαστες αρχές και ήθος σε τέτοιο βαθμό που μοιάζει ψεύτικος. Ζει κατ’επιλογή, μόνιμα στη Χώρα Του Ποτέ-Ποτέ και σκορπίζει γύρω του σα χρυσόσκονη, καθαρή μαγεία -ειδικά όταν χορεύει, πράγμα που συμβαίνει σπανιότατα και υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Η ανθρωπότητα δεν θα το άντεχε αν αυτό γινόταν πιο συχνά. Θα μπορούσε να είναι μια λαχταριστή, με άρωμα φράουλας τσιχλόφουσκα, τόσο κυκλοθυμικός που θα μπορούσε να «σκάσει» ανά πάσα στιγμή, αλλά και τόσο συναρπαστικά γλυκός.

Φεύγεις, αθόρυβα και αξιοπρεπώς, παίζοντας ένα όμορφο τραγούδι στο κεφάλι σου, όταν αφού έχεις κοπανήσει για ώρες -μέρες ολόκληρες- την πόρτα της Χώρας Του Ποτέ – Ποτέ, συνειδητοποιείς ότι δεν θα σου την ανοίξουv. Αλλωστε ο Peter Pan είναι γένους αρσενικού...


P.S. : Αλήθεια, μου έφαγε σχεδόν ένα ολόκληρο μήνα για να βρω τις κατάλληλες λέξεις να περιγράψω αυτό το άτομο και πάλι δεν είμαι ικανοποιημένη...

Σάββατο, Αυγούστου 28, 2010

tHe CoNfUsEd


Η συναισθηματική του νοημοσύνη, είναι πέραν επιτρεπόμενου ορίου, σε επίπεδο αυτοκακοποίησης. Το ίδιο και η ευφυία και το ταλέντο του. Κι όμως. Χάνει τα λόγια και τις σκέψεις του με τέτοια ευκολία που εκπλήσεσσαι τρομάζοντας. Δεν είναι μόνο τα λόγια. Είναι και ο ειρμός που είναι τόσο ασυνάρτητος. Αναρωτιέσαι πως γίνεται να καταλαβαίνεις, ενώ υπό άλλες συνθήκες, αυτό θα ήταν αδύνατο. Απορείς ανάλαφρα με τον εαυτό σου, ανομολόγητα εντυπωσιασμένη, αλλά απορείς πολύ περισσότερο με εκείνον που είναι ολοκληρωτικά βυθισμένος στο χάος. Εκλογικεύεις, για να απορρίψεις την αμέσως επόμενη στιγμή, κάθε σκέψη ή βεβαιότητα. Είναι σαν το περπάτημα πάνω σε τεντωμένο σκοινί. Ταλαντεύεσαι επικίνδυνα, δυσάρεστα και αναίτια. Δεν έχει να κάνει με προσωπικές αντιφάσεις, αλλά με ένα καθολικό, ολοκληρωτικό και αμετάκλυτο χάος. Φοβάσαι πως κάποιος που βιώνει κάτι τέτοιο, είναι αδύνατο να επιβιώσει, να υπάρχει καν. Είναι τόσο αποσυντονιστικό που θες να το απομακρύνεις όσο περισσότερο γίνεται από σένα με την ταχύτητα του φωτός.

Έχει εμμονές. Αλλά από την άλλη, ποιός δεν έχει; Δεν ξέρει να σε σεβαστεί, δεν ξέρει να σε χειριστεί και δείχνει να σε φοβάται. Γιατί ξέρει πως εξ΄ ορισμού θα έπρεπε να είσαι θυμωμένη. Και είσαι. Πολύ. Αλλά δεν μιλάς γιατί όλο αυτό το χάος σου προκαλεί οίκτο. Έναν οίκτο που αν τον ήξερε θα τον ένιωθε σαν βαθειά γρατζουνιά. Είναι όμως ο μόνος λόγος που κρατιέσαι και δεν μιλάς. Προσβλητικά αφελής, ψάχνει απελπισμένα για δικαιολογίες και σέρνεται σε προσωπικές ψηλαφίσεις για να τις ξεχάσει με την ίδια ευκολία που πετάει το άδειο πακέτο από τα τσιγάρα του. Βασανίζεται από τις ενοχές του και αυτομαστιγώνεται αλλά σε εξαναγκάζει να αυτομαστιγωθείς κι εσύ για τις δικές του ενοχές με απροσποίητη, απελπισμένη αθωώτητα που σε γδέρνει. Σου προσφέρει ότι ακριβώς χρειάζεσαι και πολύ περισσότερα, με συγκινητική γενναιοδωρία, για να τα πάρει πίσω έχοντας ως ατράνταχτο άλοθι, το εσωτερικό του χάος. Φεύγεις τρέχοντας, πετώντας σακουλάκια με παστίλιες και μαύρες τουλίπες.

Πέμπτη, Αυγούστου 26, 2010

On The Road... Last Stop : Dusseldorf


Στριμωγμένη κάτω από μια μεγάλη σα μπαούλο βαλίτσα, ένα κουτί με μπότες, τσάντες και τσαντούλες με διάφορα αναμνηστικά και τα βινύλιά μου στο χέρι, στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, κάνω ασκήσεις αεροβικής προσπαθώντας να πιω καφέ χωρίς να τον λουστώ και χαίρομαι που γυρίζω στη Γερμανία. Όλοι χαιρόμαστε που γυρίζουμε στη Γερμανία. Είναι περίεργο γιατί περάσαμε καλά και στο Βέλγιο και στην Ολλανδία. Δεν ξέρω γιατί χαίρονται οι άλλοι. Εγώ πάντως χαίρομαι γιατί αγαπώ τους Γερμανούς. Είναι όμορφος λαός και μου αρέσουν οι τρόποι τους. Μετά από 4 ταξίδια στη Γερμανία, ξέρω πια πως να τους φερθώ. Επιπρόσθετα, χαίρομαι γιατί είναι η προτελευταία ημέρα του ταξιδιού και εξακολουθώ να νιώθω έπαρση ότι τα έχω καταφέρει με όλα. Τόση ήταν η έπαρσή μου, που σκεφτόμουν πως τίποτα δεν θα μπορούσε να πάει στραβά το χρονικό διάστημα που απέμενε μέχρι να γυρίσω στο σπίτι μου. Είχα τον έλεγχο. Ακόμα. Έτσι νόμιζα.

Η Dusseldorf είναι μια βιομηχανική πόλη που όμως έχει κρατήσει το γραφικό χαρακτήρα της αρχιτεκτονικής των σπιτιών που συναντάς σε όλη τη Γερμανία, σύγχρονη, μοντέρνα αλλά καθόλου θορυβώδης. Είναι μια πόλη γεμάτη ζωή αλλά χωρίς να κουράζει. Δεν ξέρω πως το έχουν καταφέρει οι Γερμανοί αυτό.

Φυσικά και χαθήκαμε μέσα στην πόλη. Ο Β. φεύγοντας είχε πάρει και το GPS μαζί, κι εμείς περάσαμε από την Ολλανδία στη Γερμανία, έχοντας μόνο μια φωτογραφία της οθόνης του laptop με το χάρτη που είχαμε κατεβάσει από το internet. Μιλάμε για μεγάλα γλέντια. Όχι ότι αγχώθηκα. Ίσα-ίσα. Εμένα μου άρεσε να είμαι στο πίσω κάθισμα και να βλέπω έξω από το παράθυρο.

Όταν τελικά βρήκαμε το ξενοδοχείο, διαπιστώσαμε για άλλη μια φορά, το πόσο τόπο πιάνουν τα χρήματα που διαθέτεις στο εξωτερικό για διαμονή. Με λίγα λόγια ήταν τέλειο. Δεν το είχα δει όταν κλείναμε δωμάτια. Δεν είχα ασχοληθεί μια και θα μέναμε μόνο μια βραδιά.

Το βράδυ βγήκαμε για φαγητό και πέσαμε πάνω σε μια περιοχή που μοιάζει πολύ με το δικό μας Ψυρρή. Έπαθα πλάκα. Όλοι οι Γερμανοί είχαν ξεχυθεί έξω, έπιναν, τραγουδούσαν, φορούσαν στολές αποκριάτικες και διασκέδαζαν. Ρώτησα τι το ειδικό είχε η συγκεκριμένη μέρα και γιόρταζαν έτσι. Δεν είχε τίποτα ειδικό. Απλά ήταν όλοι χαρούμενοι επειδή εκείνη την ημέρα, η θερμοκρασία είχε φτάσει τους 28 βαθμούς και είχαν βγει όλοι να το γιορτάσουν και να περάσουν καλά. Όμορφος και παρεξηγημένος λαός. Ήθελα να καθίσω όλο το βράδυ μαζί τους. Να πιω μπύρες, να τους γνωρίσω και να διασκεδάσω. Φυσικά, οι υπόλοιποι δεν με άφησαν. Κακός μπελάς με είχε βρει. Δεν ήθελα να γυρίσω στο ξενοδοχείο.

Ένα ταξίδι, χωρίς ευτράπελα, δεν έχει γλύκα. Ειδικά, όταν εκ προοιμίου έχεις ξεκινήσει θέλωντας να ζήσεις πολλές περιπέτειες. Δεν ήταν λίγα τα ευτράπελα της τελευταίας βραδιάς μας και καθώς τα συλογίζομαι, εύχομαι να είχα μείνει μέχρι το πρωί μαζί με τους Γερμανούς έξω. Τίποτα δεν θα πάθαινα. Ίσα-ίσα που τους αρέσουν οι μικροκαμωμένοι άνθρωποι σαν και μένα και φέρονται με ιδιαίτερη λεπτότητα. Δεν έγινε έτσι όμως, έγινε αλλιώς και υποθέτω, ότι σε κανένα μήνα, θα θυμάμαι την τελευταία βραδιά στην Dusseldorf και θα λιώνω στα γέλια. Ήδη έχω αρχίσει να έχω ένα ειρωνικό μειδίαμα στο στόμα. Η ανθρώπινη φύση δεν θα πάψει ποτέ να με απο-γοητεύει. Έμαθα πολλά πράγματα σε αυτό το ταξίδι. Περισσότερα από όσα έλπιζα.

Το επόμενο πρωί, ήμουν σαν ζόμπι. Ξεκίνησα μαζί με τους υπόλοιπους για Αθήνα. Όταν κατέβηκα κάτω μόνη μου να πιώ ένα καφέ, κράταγα στα χέρια μου ένα μικρό μουσικό κουτί που είχα πάρει για τον Αντρέα την προηγούμενη μέρα. Έπαιζε το Singing in the Rain του Sinatra και θυμόμουν τα Χριστούγεννα που μας πέρασαν και είμασταν μαζί και είχα πάθει υστερία όταν έχασα το cd του Sinatra. Έβαλα τα γέλια. Γύρισα πίσω.

Το καλύτερο έγινε στο αεροδρόμιο της Dusseldorf. Έχω πάρει παραμάσχαλα χειραποσκευή με την ελπίδα να φέρω σώα στην Αθήνα τα βινύλια που αγόρασα. Μέσα στην τσάντα έχω ρίξει επίσης κάτι βάφλες, τυρί, φορτιστές και ένα σωρό άλλες μαλακίες που δεν τις θυμάμαι. Περνάω από σωματικό έλεγχο και με βάζουν να βγάλω τις αρβίλες. Όταν περνάω από αεροδρόμια βαράνε τα πάντα. Σκουλαρίκια, ζώνες, καρφιά, τα σίδερα στις αρβίλες... Περνάω και τρελαίνονται τα μηχανήματα. Εμένα ο νους μου ήταν στη χειραποσκευή. Πάω να πάρω την τσάντα και σκάει δίπλα μου ένας δίμετρος Γερμανός αστυνομικός με πλήρη εξοπλισμό και πολύ ωραία ματάκια. Ακόμα δεν είχα ανησυχήσει. Ανοίγουν την τσάντα μαζί με τον ελεγκτή πολύ σοβαροί και βγάζουν τις βάφλες και τα λοιπά φαγώσιμα. Εγώ στην κοσμάρα μου ακόμα. Με βάζουν να βγάλω τα πάντα (πάλι καλά που δεν είχα και τίποτα εσώρουχα μέσα...)
Μόλις πάνε να πιάσουν τα βινύλια, παθαίνω υστερία. "Παιδιά με το μαλακό" τους λέω και παίρνω αγκαλιά τους δίσκους. Αυτοί πολύ σοβαροί ακόμα κι εγώ απορώ μήπως έχουν ενοχληθεί που κουβαλάω τις βάφλες μέσα στο αεροπλάνο. Με βάζουν να ανοίξω μια τσάντα από το Άμστερνταμ με αναμνηστικά. Σκέφτομαι πως έπεσα σε παράξενους ανθρώπους μια και η τσάντα έχει μέσα μαγνητάκια για το ψυγείο, τσίχλες stimorol και...
ΕΝΑ ΖΕΥΓΑΡΙ ΧΕΙΡΟΠΕΔΕΣ ΜΕ ΜΑΥΡΑ ΓΟΥΝΑΚΙΑ!
Είχα ξεχάσει ότι είχα αγοράσει αυτό το αξεσουάρ για να κάνουμε πλάκα. Μόλις το βλέπω, βάζω τα γέλια και τις βγάζω έξω. Όλο το αεροδρόμιο που παρακολουθούσε τη σκηνή, έπεσε κάτω από τα γέλια. Ο καταδρομέας Γερμανός δίπλα μου, έβαλε τα γέλια κι αυτός. "Παιδιά δεν είμαι τρομοκράτης" τους λέω. "Άμα χρειαστείτε πάντως, σας τις δανείζω". "Έχω τις δικές μου" μου λέει ο ψηλός χαμογελώντας, δείχνοντας μου τα δικά του αξεσουάρ και εγώ βάζω τα γέλια εντυπωσιασμένη. Ο Π. από πίσω, φωνάζει "Είμαι περήφανος που ταξιδεύω μαζί της ρε!" σκασμένος στα γέλια. Πάλι ρεζίλι έγινα...

Την ώρα που πατήσαμε τα πόδια μας σε Ελληνικό έδαφος, ο Π. με τη Χ. με κοίταξαν χαμογελώντας πονηρά.

- "Δεν έρχεσαι σπίτι μας να κοιμηθείς απόψε;"
Τους κοίταξα παραξενεμένη.
- "Καλά δεν βαρεθήκατε να με τρώτε στη μάπα τόσες μέρες;"
- "Όχι! μου είπαν και οι δύο με μια φωνή.

Βγήκαμε από το αεροδρόμιο και πήραμε ένα ταξί.


pic : Art in the Lamp Museum (Belgium) by Luc


ΠΙ. ΕΣ. : Αντρέα διόρθωσε την ορθογραφία γιατί βαριέμαι!

Τετάρτη, Αυγούστου 25, 2010

On The Road... Third Stop : Amsterdam (Holland) Ep. 2


- "ΕΝΙΣΤΑΜΑΙ!"
- "Άει μωρή από δω που ενίστασαι!"
- "Γιατί ρε Β. είναι πράγματα αυτά; Γιατί δεν υπάρχουν και άνδρες μέσα στις βιτρίνες; Γιατί δεν μπορούν να έχουν και οι γυναίκες το προνόμιο αυτού του shopping;"
- "Ναι γιατί άμα το είχαν, εσύ θα ψώνιζες."
Πείσμωσα.
- "Ναι, θα ψώνιζα!"
Ο Β. έβαλε τα γέλια καθώς περπατούσαμε όλοι μαζί χαζεύοντας στην πιο κακόφημη περιοχή του Άμστερνταμ. Προφανώς με ξέρει πάρα πολύ καλά και γέλασε με το ψέμα μου. Εγώ ένιωθα περίεργα με όλα αυτά που έβλεπα. Μου φαίνονταν όλα πολύ θλιβερά κι ας ήταν όλα πασπαλισμένα με δαντέλες και φωτεινές καλόγουστες επιγραφές. Προσπαθούσα να φανταστώ, πως μπορεί να ένιωθαν αυτές οι γυναίκες που πίσω από τα τζάμια πόζαραν για τον κάθε περαστικό και βλαμμένο τουρίστα που χαζογέλαγε καθώς τις έβλεπε. Κάποιες από αυτές μιλούσαν αδιάφορα στα κινητά τους. Άλλες χτένιζαν τα μαλλιά τους και κάποιες από αυτές κοιτούσαν με ένα βλέμμα βαριεστημάρας και απαξίωσης για το κάθε τι που συνέβαινε έξω από τον μικρόκοσμο του περιοριστικού χασάπικου που την είχαν στριμώξει.
Ήθελα να τα δω όλα, να μάθω, να γεμίσω εμπειρίες από το ταξίδι, μα ήθελα να φύγω κιόλας. Στο μυαλό μου έπαιζε αυτό :



Αν έλεγα στους άλλους ότι παίζουν τραγούδια μέσα στο κεφάλι μου, θα το παρερμήνευαν υποθέτω και θα νόμιζαν πως είναι σχεδόν το ίδιο με το να ακούω φωνές και δεν θα αργούσαν να με πάρουν οι κυριούληδες με τις άσπρες μπλούζες μακριά από την παρέα μου... Δεν είπα τίποτα, αλλά ανακουφίστηκα όταν φύγαμε. Είχα δει νομίζω αρκετά, περισσότερα ίσως από όσα μπορούσα να αντέξω σε μια μέρα.

Τα λεφτά μου αισίως τελείωσαν και ετοιμάστηκα περιχαρής να πεινάσω. Εις μάτην. Όλοι είχαν αναλάβει το ρόλο να με προσέχουν σε αυτό το ταξίδι. Δεν ξέρω γιατί. Άντε τώρα να τους πεις πως εσύ δεν θες να σε προσέχουν. Δεν το έχεις συνηθίσει άλλωστε. Άντε να τους πείσεις πως χρειάζεσαι το decadence και πως το επιδιώκεις. Δεν νομίζω να καταλάβαινε κανείς τους. Έβαζα τα γέλια κρυφά καθώς σκεφτόμουν τη σκηνή που είχα φανταστεί : Να τους φωνάξω όλους στο σαλόνι μας και να τους ανακοινώσω με επίσημο ύφος Λοιπόν παιδιά, τώρα θέλω να με αφήσετε να ζήσω μια εξαθλίωση.
Ο Β. θα έλεγε : "Άει μωρή από δω που μου θες και εξαθλίωση!"
Ο Μ. θα έλεγε : "But this is μαλακία..." με μισά ελληνικά και μισά αγγλικά με ιταλική προφορά.
Η Χ. θα έλεγε : "Τι λες κοπέλα μου;" σαν μαμά που μαλώνει το παιδάκι της.
Ο Π. θα έλεγε : "Άντε ρε άσε τις μαλακίες!"
και ο Γ. θα το έπαιζε Paladin με golden armor, two handed bastard sword και πολλά skills.

Δεν είχα καμία ελπίδα.

Αν μπει κάτι μέσα στο κεφάλι μου όμως, είναι δύσκολο να μου το βγάλεις. Είναι πιο εύκολο να μου κάνεις λοβοτομή. Οπότε κι εγώ πείνασα. Δεν είπα σε κανένα πως έπαιζα εκ του ασφαλούς. Φυσικά και είχα την καβάτζα μου. Και φυσικά όλοι επέμεναν να μην με αφήσουν να πεινάσω και με τάϊζαν πιο πολύ από ότι μπορούσα να σηκώσω. Εγώ αρνιόμουν όμως να φάω.

Ένα πρωί αποφασίσαμε να επισκεφθούμε το ζωολογικό κήπο. Εκ πρώτης όψεως φαινόταν ως ένα μικρό θαύμα μέσα στην καρδιά του Άμστερνταμ. Θα πρέπει να ήταν πολύ ωραίος αλλά δεν μας δόθηκε η ευκαιρία να το διαπιστώσουμε γιατί το εισητήριο ήταν 17 ευρώ, τιμή εντελώς απαγορευτική για τα δικά μας δεδομένα. Στο κάτω-κάτω, με τόσα ζώα έχουμε συναναστραφεί κατά καιρούς στην Αθήνα. Μας έφταναν αυτά…

Οι Ολλανδοί είναι καλοζωισμένος λαός. Τα μουσεία τους έχουν πολύ ακριβή είσοδο αλλά κάνουν ουρές για να μπουν μέσα. Τα σούπερ μάρκετ τους έχουν απίστευτα είδη, σε πάρα πολύ χαμηλές τιμές και φαντάζομαι ότι οι μισθοί τους θα πρέπει να είναι ίσως διπλάσιοι από τους δικούς μας. Ζουν σε μια σκληρή πόλη που τους αγαπάει. Αντίθετα με μας.

Τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να έρχονται ξαφνικά κοντά ή να απομακρύνονται χωρίς προφανή λόγο; Αυτή η απορία μου δημιουργήθηκε σε αυτό το ταξίδι και δεν κατάφερα να τη λύσω. Έκανα διάφορες σκέψεις και εικασίες, όλες όμως όχι τόσο ικανοποιητικές. Αυτό για το οποίο είμαι σίγουρη, είναι πως όταν ξαφνικά οι άνθρωποι έρχονται κοντά και οι συνθήκες είναι ευνοϊκές, αυτό είναι πολύ όμορφο. Όταν απομακρύνονται χωρίς προφανή λόγο, αυτό είναι θλιβερό. Σιγά την ανακάλυψη! Ε ναι εντάξει το ξέρω, δεν είναι δα και καμία σπουδαία νεοαποκτηθείσα γνώση. Πάντως, άλλο πράγμα είναι να σκέφτεσαι τα πράγματα επειδή τα έχεις δει σε μια ταινία ή τα έχεις διαβάσει σε ένα βιβλίο, κι άλλο να τα ζεις πραγματικά.

Στο Άμστερνταμ, γέλασα, θύμωσα, μπερδεύτηκα, στεναχωρέθηκα, χάρηκα, ενθουσιάστηκα, συγκινήθηκα, αρρώστησα, πείνασα, χόρτασα, χάθηκα, βρέθηκα, έγραψα, έσβησα, έζησα.

Αποχωρηστήκαμε θλιμένοι με τον Β. και τον Μ. που θα γύριζαν Ιταλία και συνεχίσαμε για τον επόμενο προορισμό. Μας είχε μείνει λίγος χρόνος πια. Είχα μια τρομερή έπαρση πιστεύοντας πως τα είχα καταφέρει με όλα…


p.s. : Σε αυτό το post φωτογραφία από το σπίτι που μέναμε.

Κυριακή, Αυγούστου 15, 2010

On The Road... Third Stop : Amsterdam (Holland) Ep. 1


Φτάσαμε στην Ολλανδία, με μία ώρα καθυστέρηση από το συμφωνημένο και ο επιμελώς ατημέλητος νεαρός Ολλανδός που ήρθε να μας δώσει τα κλειδιά του σπιτιού, μας χρέωσε πρόστιμο 50 ευρώ αλλά μας άφησε ένα μπουκάλι κρασί για το καλωσορίσατε...
Εγώ θα ήθελα να έχουμε χαθεί στους απέραντους αυτοκινητοδρόμους αλλά δεν είπα τίποτα. Θα με έδερναν ο Β. και ο Μ. Κανονικά, εγώ θα έπρεπε να δείρω τον Μ. που έπαιζε συνέχεια με το κουμπί του ραδιοφώνου, αλλά από την άλλη μέσα στο κεφάλι μου έπαιζε πάλι μουσική με το που αφήσαμε το Βέλγιο, οπότε είχα το δικό μου soundtrack και δεν με πείραζε... Σε όλη τη διαδρομή έπαιζε μέσα στο κεφάλι μου αυτό :



και ήμουν τόσο χαρούμενη που μας περίμεναν νέες περιπέτειες!


Ο Ολλανδός, μας είπε πως μας είχε αφήσει οδηγίες στην πόρτα του ψυγείου. Διάβασα πως πρέπει να κάνουμε ησυχία μετά τις 10:00 το βράδυ -τι μας λες τώρα ρε;- και να μην καπνίζουμε μέσα στο σπίτι... Δεν ξεκολλήσαμε τις οδηγίες από το ψυγείο αλλά τις περιφρονήσαμε κατάφωρα...

Οι άλλοι ενθουσιάστηκαν τόσο, όσο κι εγώ με την μινιμάλ διακόσμηση τους σπιτού, τους άνετους χώρους, την καθαριότητα και τα μαύρα έπιπλα και τις μαύρες κουρτίνες. Τους έβλεπα να κάνουν σαν μικρά, ενθουσιασμένα παιδιά και έπαιζε μέσα στο κεφάλι μου αυτό :




και χαιρόμουν να τους βλέπω έτσι. Μου άρεσαν.

Οι κρεββατοκάμαρες ήταν στο επάνω πάτωμα και για να ανεβάσουμε τα πράγματά μας, από τη στενή σκάλα, μας βγήκε η πίστη ανάποδα. Βολευτήκαμε όμως αμέσως. Έτσι όπως είμασταν όλοι, φαντάζομαι ότι το ίδιο εύκολα θα βολευόμασταν σε ένα παγκάκι ή σε κάποιο αντίσκηνο. Έλουσα τα μαλλιά μου -που με ταλαιπώρησαν πολύ σε όλο το ταξίδι- και έκατσα στο σαλόνι με τα κεριά και το σημειωματάριό μου. Μέσα στο μυαλό μου έπαιζε αυτό :




και ήμουν απίστευτα ήρεμη, παρά το ότι καθώς έγραφα, είχα για πρώτη φορά στη ζωή μου θεατές μερικούς από τους άλλους που καθόταν μαζί μου στο σαλόνι. Φυσικά κάποιοι με ρώτησαν τι γράφω. (Χαμογελάω καθώς το θυμάμαι).

Έπεσα για ύπνο με σκοπό να μην σηκωθώ την επόμενη πρίν το μεσημέρι, αλλά ξύπνησα από τα χαράματα. Με το που ξημέρωσε, στο δωμάτιο είχαμε φωταψίες και ηλιοφάνεια. Αδυνατώ να καταλάβω γιατί οι περισσότεροι ευρωπαίοι δεν βάζουν παντζούρια στα σπίτια. Το άπλετο φως εισχώρησε μέσα από τα βλέφαρά μου, έκαψε τους κερατοειδείς μου και με ανάγκασε να σηκωθώ νωρίς, να κατέβω κάτω και να αρχίσω τους καφέδες και τα τσιγάρα. Οι απαγορεύσεις του Ολλανδού, καμία εντύπωση δεν μου είχαν κάνει και θεωρώ ότι ήταν χρέος μου να τις καταπατήσω με τον πιο προκλητικό τρόπο. Ο Β., ο Π. και ο Γ. είχαν σηκωθεί από πιο νωρίς -δεν ξέρω αν υπάρχει πιο νωρίς από τα χαράματα- για να πάνε τα αυτοκίνητα σε κάποιο πάρκινγκ, γιατί δωρεάν πάρκινγκ στην Ολανδία δεν υπάρχει πουθενά. Η Χ. κοιμόταν μακάρια και ο Μ. κατέβηκε να μου κάνει παρέα στον καφέ και τα απανωτά τσιγάρα. Είναι απίστευτο το πόσο μοιάζουμε με τους Ιταλούς ως λαός.

Επιθεωρώντας την πλήρως εξοπλισμένη κουζίνα και αφού είχαμε πιεί ήδη κανένα λίτρο καφέ ο καθένας, αποφάσισα να κάνω μοναχική εξόρμηση για προμήθειες. Είμαι σίγουρη πως αν ήταν ο Β. στο σπίτι δεν θα με άφηνε να βγω μόνη. Εγώ όμως ήθελα να χαθώ, να έχω περιπέτειες και έτσι πήρα τη φωτογραφική μου μηχανή και βγήκα έξω. Είναι απίστευτα ανακουφιστικό το συναίσθημα που νιώθεις καθώς περιτριγυρίζεις σε μια εντελώς ξένη πόλη όπου δεν ξέρεις που είναι ούτε το περίπτερο, ανώνυμη, παντελώς άγνωστη και πιθανώς χαμένη. Απόλαυσα τη λιακάδα, παραλίγο να με σκοτώσουν δύο ποδήλατα, έβγαλα φωτογραφίες και τραγουδούσα μέσα στο κεφάλι μου αυτό :



και ήμουν χαρούμενη καθώς έβλεπα τα υπέροχα δένδρα και τα κανάλια σκεφτόμενη αυτά που είχα μέσα μου, πριν ακόμα φύγουμε από την Αθήνα. Στην Ολανδία δεν κινδυνεύεις να σε σκοτώσουν τα αυτοκίνητα. Δεν έχει μανιακούς οδηγούς εκεί. Έχει όμως ποδήλατα και αν δεν έχεις συνηθίσει τους ειδικούς ποδηλατόδρομους, κινδυνεύεις σοβαρά να φας ένα καλό βρίσιμο στην καλύτερη ή ένα καλό σαβούριασμα στη χειρότερη. Έβαλα τα γέλια με τους ποδηλάτες που μου έδειχναν τη λωρίδα τους αποδοκιμαστικά και συνέχισα.

Παρά τους καλοντυμένους Ολλανδούς και τους καθαρούς δρόμους, το Άμστερνταμ είναι σκληρή πόλη. Έτσι την ένιωσα εγώ κατά τις πολύωρες εξορμήσεις και εξερευνήσεις μας με τους υπόλοιπους. Όλα σε αυτή την πόλη περιστρέφονται γύρω από το sex και το "χόρτο" σε τέτοιο βαθμό που έπαθα overdose. Σε κάθε γωνιά της, το soundtrack στο κεφάλι μου άλλαζε και ήταν τόσο αδιάλειπτα εναλλασσόμενο αυτό, που ακόμα κι εγώ ζαλίστηκα. Τη μία στιγμή έπαιζε στο μυαλό μου αυτό :




και την επόμενη αυτό :



Τόσο αποπροσανατολισμένη και μπερδεμένη ήμουν. Κάτι είχε αρχίσει να με ενοχλεί. Δεν μπόρεσα να προσδιορίσω τι. Δεν είχα τον απαραίτητο χρόνο και την απαιτούμενη απομόνωση.
Η μοναδική στιγμή που ησύχασε το κεφάλι μου, ήταν όταν πήγαμε στο μουσείο του Van Gogh και ένιωσα συγκίνηση που είδα ένα αυθεντικό Picaso και ένα Mone. Τριγύριζα ανάμεσα στους υπέροχους πίνακες φορώντας μια μπλούζα που έλεγε :
FUCK YOU, FUCK IT, FUCK CAPITALISM, FUCK FUCK, FUCK WAR, FUCK ME, FUCK UP, FUCK SYSTEM, FUCK BOSSES, FUCK WORK, FUCK THERAPY, FUCK ALL, FUCK ALL.
Οι Ολλανδοί μέσα στο μουσείο με κοιτούσαν περίεργα. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί. Στη πόλη του sex δεν ήμουν;
Όταν άρχισε να παίζει μέσα στο κεφάλι μου αυτό :



άρχισα να ανησυχώ αλλά προσπάθησα να καταπνίξω το συναίσθημα.

Πήγαμε και σε άλλα μουσεία. Στο Torture Museum με μεσαιωνικά όργανα βασανιστηρίων, δεν σταμάτησα να σκέφτομαι πόσο διεστραμμένη μπορεί να είναι η ανθρώπινη φύση, όταν τόσοι άνθρωποι στο παρελθόν, κατέβαλαν τόσο κόπο και σκέψη έτσι ώστε να επινοήσουν τόσα πολλά όργανα για να προκαλούν πόνο σε άλλους ανθρώπους. Το ίδιο είχα σκεφτεί και σε ένα παρόμοιο μουσείο που είχα πάει στην Πράγα. Είχα μοιραστεί τότε τη σκέψη μου και είχα πάρει μια απάντηση που με είχε συναρπάσει. Μοιράστηκα τη σκέψη μου και αυτή τη φορά χωρίς να πάρω συνρπαστική απάντηση. Παρά τα ειδεχθή όργανα, άκουγα αυτό :




Πήγαμε και στο Sex Museum. Καλό ήταν. Επιμορφωτικό θα έλεγα, αν και πάλι είχα πάει σε ένα παρόμοιο όταν ταξίδεψα στην Πράγα και είχα περάσει πολύ καλύτερα. Είχα γελάσει πολύ τότε. Βλέποντας αυτά τα δύο μουσεία, έκανα αναθεώρηση των σκέψεών μου σχετικά με τη διαστροφή. Το πιο σοκαριστικό θέαμα ήταν τα όργανα βασανιστηρίων σε απρόθυμα θύματα. Τα υπόλοιπα ήταν απλώς ερεθίσματα σε πρόθυμους "συμπαίκτες". Τίποτα παραπάνω. Τα εκθέματα σε αυτό το μουσείο, παρ'ότι χυδαία, ήταν κατά ένα περίεργο τρόπο κομψά, οπότε μοιραία είχα στο μυαλό μου τη μελωδία των Clock DVA :



Τα Coffee Shops της Ολλανδίας δεν είναι μύθος. Μπορείς να πας και να πιείς την μπύρα σου -που είναι εξαιρετικής ποιότητας- και να καπνίσεις δημόσια και χόρτο το οποίο έχεις προμηθευτεί από εκεί. Καθώς μπαίνεις μέσα η μπόχα είναι αφόρητη, αν και τα μαγαζιά είναι πολύ φροντισμένα. Χάρηκα που το είδα. Μου θύμησε Αμερικάνικες ταινίες με μπαρ που έχουν μπιλιάρδα, πολύ μπύρα και κουλοχέρηδες. Ο Dj ήταν άθλιος και εγώ άκουγα πεισματωμένη στο κεφάλι μου αυτό :



Σκληρή πόλη. Δεν αξιολόγησα αυτό που κάνουν ως ελευθερία. Μάλλον ως ελευθεριότητα. Έχασα τον προσανατολισμό μου, το focus μου, αναστατώθηκε το μέσα μου.
Ούτε και οι "βιτρίνες" είναι μύθος. Εξερευνώντας τη περιοχή με τα "κόκκινα φανάρια" παρατήρησα τα μικρά ισόγεια δωμάτια με τα λευκά πλακάκια και τις κοπέλες να ποζάρουν βαριεστημένα με τα εσώρουχα και σκέφτηκα τα χασάπικα που έχουμε στην Αθήνα. Έχουν τα ίδια πλακάκια.

... TO BE CONTINUED...