Σελίδες

Σάββατο, Μαΐου 14, 2011

Murder in the graveyard


Όταν είδα το αυτοκίνητό μου βανδαλισμένο, γαμημένο για την ακρίβεια, με τα καθίσματα ξεβιδωμένα, τα φανάρια να λείπουν και στη θέση του λεβιέ ταχυτήτων να μην υπάρχει τίποτα απολύτως, δεν ήμουν καθόλου μακριά από το να διαπράξω ειδεχθή φόνο. Ούτε καν στο νεκροταφείο, αλλά μέσα στη μέση του δρόμου. Η αστυνομία ήρθε, είδε, και απήλθε μεγαλοπρεπώς. Ο Αντρέας παρέμενε σιωπηλός. Ευτυχώς υπάρχουν και μερικοί άνθρωποι που ξέρουν πότε να το βουλώνουν γιατί μερικοί άλλοι...
Μετά την τσαντίλα, με έπιασε το μαλακισμένο πείσμα που με πιάνει συνήθως και έπραξα τα δέοντα παρέα με τον Αντρέα που με έτρεχε υπομονετικά από δω κι από κει Πασχαλιάτικα και τελικά το αυτοκίνητο έγινε του κουτιού. Ευτυχώς υπάρχουν επίσης άνθρωποι που με εκτιμούν πάρα πολύ στη γειτονιά που μένω -περίεργο αν σκεφτεί κανείς ότι από πιτσιρίκα ήμουν εξωφρενική- και μου το σενιάρισαν, το φρόντισαν με όσο το δυνατόν λιγότερο κόστος και μου το έδωσαν χτες λαμπερό και όμορφο σαν καινούργιο.

Εν τω μεταξύ όμως, είχα μάθει τα νέα για τον άλλο φόνο. Αυτόν που είχε ως κίνητρο κάτι λιγότερης αξίας από ένα αυτοκίνητο. Σκέφτηκα πως όταν το παιδάκι που γεννήθηκε το ίδιο βράδυ που σκότωσαν τον μπαμπά του, θα έχει, όταν μεγαλώσει με το καλό, γεννέθλια, θα θυμάται πάντα τον νεκρό πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ και που τον σκότωσαν μέσα στη μέση του δρόμου σαν σκυλί για μία ψωροκάμερα...

Δεν μιλάω τόσο καιρό. Αποφεύγω να κάνω βαρύγδουπες κοινωνιολογικοπολιτικές αναλύσεις. Δεν μου αρέσουν. Άσε που υπάρχουν τόσοι πολλοί για να το κάνουν αυτό, που εγώ περισσεύω νομίζω...

Τώρα όμως θα πω απλά πως είμαστε γελοίοι. Σαν κράτος, σαν χώρα, σαν άνθρωποι. Γιατί φταίμε κι εμείς. Τους καραγκιόζηδες που μας κυβερνούν και κυβερνούσαν τη χώρα τόσα χρόνια και τελικά την έκαναν πουτάνα, εμείς τους ψηφίσαμε.

Δεν μπορύμε να ζούμε σε μια χώρα όπου θα φοβόμαστε να κατέβουμε να πάρουμε τσιγάρα από το περίπτερο. Είναι ανεπίτρεπτο και τα παιδιά μας δεν μπορούν να μεγαλώσουν έτσι. Οι βανδαλισμοί και οι φόνοι και οι κλεψιές, θα ενταθούν γιατί η χώρα και το κράτος καταρρέουν.

Είμαστε γελοίοι σας λέω!

Κυριακή, Μαΐου 01, 2011

Stella Lugosi's Dead


Κάπως έτσι θα προτιμούσε να είναι η κατάληξή της. «Ξαπλωμένη» στο αγαπημένο της αυτοκίνητο, που με τόσο κόπο κράτησε «στη ζωή». Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή...

«Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται», λένε οι δικοί μας... κι αν κάτσεις κι αναλογιστείς πώς μπήκε η πρωτομηνιά, θα καταλάβεις για ποιο λόγο ο υπόλοιπος μήνας πήγε κατά διαόλου! Τι να πρωτοπιάσεις! Αρχικά τα νέα ήρθαν από το χώρο εργασίας της. «Θα σας κόψουμε λίγο από το μισθό σας», ανακοινώθηκε. Σε ελεύθερη μετάφραση αυτό σημαίνει «θα σας κόψουμε λίγο από τον κώλο σας (γιατί όσους είχαμε ως τώρα τους γαμήσαμε και ξεμείναμε από stock)». Μοιρολάτρης δεν είναι... Τη μιζέρια τη σιχαίνεται τόσο στους ανθρώπους όσο και στην ίδια, οπότε το προσπερνάμε... Τσιγγούνα δεν είναι, αν κάτσεις και σκεφτείς πως προτιμά να μείνει «ατσίγαρη» για βδομάδες προκειμένου να πεταχτεί μέχρι το κοντινότερο δισκοπωλείο (στην Ευρώπη!) για να τσιμπήσει αυτό το σπάνιο βινύλιο (πάνω στο οποίο θα τοποθετηθεί ένα εργόχειρο της προγιαγιάς της και αργότερα πάνω σε αυτό μια στοίβα από κρεμάστρες και ρούχα που δεν χωράνε στην ντουλάπα της!)... Αλλά το παλεύει μόνη της...

Και πάνω στην καθημερινή της πάλη, έρχεται αυτή η διαολεμένη στιγμή που μας πιάνει μερικές φορές, η οποία μας θέλει να γινόμαστε τόσο -μα τόσο!- πρηξαρχήδες σε άτομα που βλέπουμε ότι συνεχίζουν να σου λένε μια «Καλημέρα» με χαμόγελο, άσχετα αν την ίδια ώρα το μυαλό τους είτε καταστρώνει δολοφονικά σχέδια για εσένα και τους άλλους μαλάκες του πλανήτη είτε επεξεργάζεται το υπόλοιπο της λειτουργίας του. Όταν ο Θεός μας έδωσε τη «λογική», φυσικά αστειευόταν. Σου λέει «τόσα καλά του έδωσα του παλιομαλάκα, ας του δώσω και μια "λογική", αχρείαστη να' ναι, έτσι κι αλλιώς δε θα ξέρει να τη χρησιμοποιήσει!»

Και το τελικό κεραμίδι το τρώει στο κεφάλι της πάνω που ετοιμαζόταν να νιώσει μερικές από αυτές τις σπάνιες στιγμές χαλάρωσης, όπου κάθεται και παίζει με τις ώρες YoVille στο Facebook, τηλεφωνά και πιάνει την πάρλα με τον οποιοδήποτε, θάβοντας ΕΠΙΣΗΣ τον οποιοδήποτε (σε λογικές τιμές πάντα!) και οργανώνοντας το πρόγραμμά της βάσει των ελάχιστων ημερών άδειας που κατάφερε και τσέπωσε. Και το ίδιο βράδυ ο κόπος της, που λέγαμε πιο πάνω, πάει στράφι! Τώρα που θα ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή για να καρπωθεί τις προσπάθειες που έκανε για να «κρατήσει στη ζωή» το -αναγκαίο πλέον- όχημά της, τώρα βρίσκεται μπροστά από τα χτυπήματα που αυτό δέχτηκε μέσα σε ένα βράδυ. Αν αυτό ήταν ζωντανός οργανισμός, θα καταλάβαινες για ποιο λόγο εκείνη ήταν σαν κινούμενο μνημόσυνο, ήδη 3 μέρες πριν το Πάσχα! Θα καταλάβαινες πώς μερικές φορές ο άνθρωπος δένεται με τα άψυχα αντικείμενα, για το λόγο ότι η σκέψη του ήταν καθημερινά σε αυτά.

«Δεν μπορείτε να κάνετε και κάτι» ήταν το τελευταίο πράγμα που ακούστηκε από το στόμα του αστυνομικού στις 2:30 τα ξημερώματα κι ένιωσε όπως τότε που άκουσε κάτι παρόμοιο για ένα συγγενικό της πρόσωπο...

Κι όμως την επόμενη μέρα, όταν αρχίσαμε το τρέξιμο μετ' εμποδίων και πήγαμε το αυτοκίνητο στο συνεργείο για τα απαραίτητα συμμαζέματα, έβλεπες στα μάτια της μια αισιοδοξία καθώς από τα χείλη της έβγαινε συνεχώς η φράση «άκουσες τη μηχανή; Δεν έχει τίποτα ρε συ! Είναι μια χαρά!» και λίγο αργότερα ερχόταν το βλέμμα το οποίο σήμαινε «γιατί;»

Κι έρχομαι στην αρχή της ανάρτησης. Μπορεί να φαίνεται εξωπραγματική μια τέτοια αντίδραση για ένα αυτοκίνητο και παράλογη συνάμα, αλλά μόνο εγώ ξέρω πόσες φορές άκουσα τη λέξη «εγκεφαλικό» μέσα σε 4 μέρες!

Stella Lugosi's Not Dead... she's still dreaming...

(στη θέση σας ΔΕΝ θα την ξυπνούσα!)

Παρασκευή, Απριλίου 01, 2011

This party's over

Τα πάντα είναι θέμα εσωτερικής τούμπας. Αυτό σκέφτομαι καθώς ετοιμάζομαι να βγω. Παρατηρείς. Μπορεί και χρόνια ολόκληρα και κρατάς νοερές σημειώσεις. Εικόνες αποσπασματικές. Συγκεντρώνεις πληροφορίες. Η γνώση είναι δύναμη επαναλαμβάνεις πολλές φορές από μέσα σου, για να μην το ξεχνάς. Κι έρχεται η στιγμή που έχεις μαζέψει αρκετή πληροφορία. Αρκετή εικόνα. Χρόνια παρατήρησης. Και κάνεις μια εσωτερική τούμπα. 360 μοίρες κάθετα από τον εαυτό σου. Και μετά...



... ε, μετά, απλώς λες :

See that's the trouble with reality, it's taken far too seriously
I do hope God is good to me and Santa Claus to the children

Celebrate
This party's over
I'm going home


Δευτέρα, Μαρτίου 28, 2011

Great City


Ταξιτζήδες με κουβάδες καφέ δίπλα στο κάθισμα και σπαραξικάρδια λαϊκά τραγούδια στο ραδιόφωνο, διχτυωτά καλσόν, κόκκινο κραγιόν, παγάκια που λιώνουν στα ποτήρια αθόρυβα, πατημένες γόπες από τσιγάρα, ψηλοτάκουνα παπούτσια, μπουκάλια μπύρας, ξύλινες χαιρετούρες, ανακατεμένες νότες, αποπνικτικά αρώματα, πλαστικά σάντουιτς στις πέντε το πρωί, άδεια πακέτα από τσιγάρα, κρύα πεζοδρόμια με ανθρώπους-ερείπια ξαπλωμένους πάνω στις ρυπαρές πλάκες τους, έργα τέχνης, μπουρδέλα, άστοχα λόγια, ζευγάρια που ζουν κουτσουρεμένα, κακομοιριασμένα, σχεδόν απελπισμένα τα δικά τους μαύρα φεγγάρια του έρωτα, σφηνάκια με άγνωστο περιεχόμενο, φίλοι, γνωστοί, καφές με σαντιγύ, αποσπασματικός ύπνος, βαμμένα νύχια, απόηχοι από τραγούδια που δεν παίχτηκαν, γρατζουνισμένες φωνητικές χορδές από την κάπνα, ανακουφιστικά ποτήρια παγωμένου νερού και διαλείματα ευεργετικής σιωπής με εικόνες αποτυπωμένες στην κυτταρική σου μνήμη, να περνάνε πίσω από τα βλέφαρα σαν ηλεκτρικά τραινάκια.

Θολωμένη συναίσθηση, κουρασμένη παρατήρηση,
παγωμένη, αποστομωτική διαύγεια.

Κάπως έτσι θα πρέπει να ένιωθε και ο Μπουκόφσκι κάτι τέτοια Δευτεριάτικα πρωινά, ύστερα από ένα τέτοιο τριήμερο…

Σάββατο, Μαρτίου 26, 2011

Soft Moon


Στριμωγμένη, καμμένη, στολισμένη, φορτωμένη, παρέα με το αγαπημένο μου γλυκό ποτό, τους άκουσα χθες και σκέφτηκα αυτό το τραγούδι που έχει μέσα του τόση μοναξιά και όμορφους στίχους... Ο Χρήστος Μ. μου τους έμαθε. Ευχαριστώ.

Σάββατο, Μαρτίου 19, 2011

Away


... «Είστε καλά;»...
Ελάχιστο φως καταφέρνει και γλιστρά μέσα από τα βλέφαρα.
... «Με ακούτε;»...
Οι ήχοι μοιάζουν ξεθωριασμένοι, περισσότερο μακρινοί ή βουβοί, θα έλεγε κανείς.
... «Γρήγορα! Κάποιος να καλέσει για βοήθεια!»

Λίγη ώρα νωρίτερα κάπου στα προάστια, ο Δημήτρης άνοιξε την πόρτα του μπαρ και, κρατώντας στο χέρι του ένα μισοτελειωμένο μπουκάλι ουίσκι, φριχτά αμπαλαρισμένο με μια χαρτοσακούλα, κατέβηκε το ένα και μοναδικό σκαλοπάτι που είχε μπροστά του. Με τη σόλα του αθλητικού του παπουτσιού να ακουμπά στο έδαφος, ένας ήχος από τα βάθη του στομαχιού του σήμανε την έναρξη βηματισμού προς το αυτοκίνητό του. Θαρρείς πως ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ολυμπιονίκες, σωστά τοποθετημένος στο σημείο έναρξης του αγώνα για τα 100 μέτρα μετ' εμποδίων, περιμένοντας τον κατσούφη, βαριεστημένο διαιτητή να τραβήξει τη σκανδάλη.
Με πρόχειρες αλλά απότομες κινήσεις προσπάθησε να βρει σε ποια κλειδαριά αυτοκινήτου ταίριαζε το κλειδί που είχε στο χέρι του. Αν το επόμενο πρωινό, οι εφημερίδες έγραφαν για μαζικό βανδαλισμό αυτοκινήτων, σίγουρα θα αναφέρονταν στο κλειδί του Δημήτρη, το οποίο διέγραφε μαγικά μονοπάτια στις πόρτες των άτυχων οχημάτων! Μα, ιδού! Αυτό πρέπει να κάνει! Αυτό πρέπει να είναι το δικό του αυτοκίνητο!
Ξεκλείδωσε. Άνοιξε την πόρτα, πέταξε μέσα τη σακούλα με το ουίσκι, μια τσάντα και το κινητό του και κατευθύνθηκε προς τη μεριά του συνοδηγού. Άνοιξε την πόρτα. Κάθισε στη θέση του συνοδηγού και έβγαλε ένα μικρό μπουκάλι με νερό από το ντουλαπάκι.
«Από πότε είναι αυτό εδώ μέσα;» παραξενεύτηκε.
Έριξε όλο το νερό στο πρόσωπό του και περίμενε να έρθει στα ίσια του. Πέντε λεπτά μετά ξαναγύρισε στη θέση του οδηγού κι έβαλε μπροστά τον κινητήρα του αυτοκινήτου...

... «Δεν ξέρω πώς έγινε! Εκεί που καθόμουν»...
Η εικόνα τρεμοσβήνει και ο ήχος σαν να χάνεται...
... «Ας βοηθήσει κάποιος!»...

Μέχρι να καταλάβει πού βρισκόταν ο Δημήτρης χάζευε γύρω γύρω σαν μικρό παιδί που απομακρύνθηκε για πρώτη φορά από το σπίτι του, σε ένα άγνωστο πια γι' αυτόν μέρος.
«Τι θες εσύ εδώ τέτοια ώρα;» άκουσε τη μητέρα του να του φωνάζει.
«Δεν έχω ιδέα» απάντησε άψυχα «απλά μπήκα στο αυτοκίνητο και τελικά είπα να περάσω μια βόλτα από εδώ, πριν επιστρέψω στο σπίτι».
Ο Δημήτρης είχε πάρα πολύ καιρό να επισκεφτεί τη μητέρα του, ακόμα και από τότε που έχασε τον πατέρα του. Ο τελευταίος τον αδίκησε αρκετά όσο ήταν στη ζωή και μαζί με αυτόν η μπάλα πήρε και τη μητέρα του. Τον υποστήριζε σε κάθε του κίνηση, ειδικά όταν ο γερο-Ντίνος κατσάδιαζε τον τριαντάχρονο γιο του σαν να ήταν ο πρώτος αλήτης του σχολείου...
Κάθισε στο πλατύσκαλο της βεράντας, μη δίνοντας σημασία στο περίεργα άγριο βλέμμα της μητέρας του και πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Λίγο να συνέλθω, ρε μάνα, και θα σε αφήσω στην ησυχία σου» συνέχισε.
«Καλά» είπε πιο ήρεμα τώρα η μητέρα του «αλλά να γυρίσεις πίσω γρήγορα, δεν είναι ωραίο να σε δουν εδώ».
Ο Δημήτρης έβγαλε από την τσέπη του μια χαρτοπετσέτα που κουβάλησε μαζί του από το μπαρ, σκούπισε το πρόσωπό του και σηκώθηκε για να πάει στο αυτοκίνητο.
«Να προσέχεις τώρα που επιστρέφεις» φώναξε για τελευταία φορά η μητέρα του και χάθηκε πίσω από τον κορμό του μεγάλου δέντρου της που δέσποζε στο κέντρο της αυλής...

... «Ναι! Γυναίκα, αλλά δεν έχω ιδέα!»...
Πάλι αυτός ο ήχος... και αυτή η εικόνα! Σαν κάποιος να έχει βάλει μπροστά μια παλιά μπομπίνα με το έργο να παίζει με το ζόρι...

Ο Δημήτρης άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του, μπήκε μέσα και πέταξε τα κλειδιά του στο τραπεζάκι που βρισκόταν δίπλα χωρίς να κλειδώσει. Προχώρησε στο σαλόνι και με μισοκλειστά μάτια κάθισε στη μεγάλη πολυθρόνα, βγάζοντας το μπουκάλι από τη χαρτοσακούλα και κάνοντας μια απότομη κίνηση να πιάσει το τηλεχειριστήριο. Σταμάτησε όταν είδε τη Λία, παντρεμένη μαζί του 6 ολόκληρα χρόνια, να λαγοκοιμάται στον καναπέ.
«Γύρισα» της ψιθύρισε στο αυτί.
Η Λία άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε. Είχε αυτά τα υγρά μάτια όταν σε κοιτούσε, που δεν ήξερες αν μόλις πριν λίγο σταμάτησε να κλαίει ή αν ετοιμαζόταν από στιγμή σε στιγμή να το κάνει!
«Δεν σε περιμέναμε τόσο νωρίς» του είπε πειράζοντάς τον.
Ο Δημήτρης τη φίλησε τρυφερά στο μάγουλο και κάθισε πάλι στην πολυθρόνα του.
«Τηλεφώνησε η Έφη πριν λίγο και σε ήθελε για να κανονίσετε κάτι...για κάποια εκδήλωση, λέει, δεν κατάλαβα και πολλά» είπε η Λία στο Δημήτρη.
«Ναι ε; Δεν έχω ιδέα για ποιο πράγμα μιλάει. Θα της τηλεφωνήσω να δω» απάντησε ο Δημήτρης.
«Πάρε καλύτερα στο κινητό, δε θα έχει γυρίσει ακόμα από τη δουλειά της».
«Σωστά» σκέφτηκε ο Δημήτρης «αλλά το κινητό μου είναι μάλλον στο αυτοκίνητο» συνέχισε και προχώρησε προς την έξοδο.
«Πήγαινε πίσω τότε, ξεχασιάρη!» είπε χαμογελώντας η Λία.
Ο Δημήτρης άνοιξε την εξώπορτα και βάδισε προς το αυτοκίνητο...

Το επόμενο πρωί ο Δημήτρης ξύπνησε με την πρώτη επίσκεψη των γιατρών. Τρομαγμένος όπως ήταν, ανασηκώθηκε απότομα και ένας από τους επισκέπτες τόλμησε να τον επαναφέρει σχεδόν βίαια στη θέση του.
«Μην κουράζεστε, κύριε, είστε ήδη αρκετά ταλαιπωρημένος» είπε ο γιατρός.
Ο Δημήτρης παρέμεινε ακίνητος για αρκετή ώρα μέχρι να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς είχε γίνει. Από την ώρα που έφυγε από το μπαρ μέχρι τη στιγμή που βρέθηκε σχεδόν ανήμπορος σε αυτό κρεβάτι.
«Η Λία; Η σύζυγός μου;» ρώτησε με γουρλωμένα μάτια.
«Δυστυχώς» απάντησε πάλι ο γιατρός, περισσότερο ήρεμα «Η σύγκρουση ήταν σφοδρή και το χτύπημα μοιραίο... δεν καταφέραμε να τη σώσουμε»...

...Το ίδιο απόγευμα ο Δημήτρης τηλεφώνησε και μίλησε με την Έφη. Συμφώνησαν και οι δυο πως το μνήμα της Λίας θα φτιαχτεί δίπλα από αυτό της μητέρας του.

Δευτέρα, Μαρτίου 14, 2011

TUBERCULOSIS 8
Forbidden Colours


Σ' αυτό το ξύλινο παρκέ με την καινουριοφορεμένη λάμψη, είχαν γλυστρίσει τα τακούνια της, αφήνοντας βαθιές χαρακιές, πολλές φορές στο παρελθόν αλλά νόμιζε ότι τις έχει ξεχάσει. Κι όμως... Ήταν σα να μπήκε σε μια μηχανή του χρόνου και να γύρισε πίσω με τέτοια ευκολία, που τα ενδιάμεσα χρόνια, έμοιαζαν απλώς σαν ένα όνειρο. Ανακατεύτηκαν οι ίδιες νότες με σχεδόν τον ίδιο κόσμο που βρισκόταν εκεί κι έγινε το κεφάλι της σαν θερινό σινεμά που δεν έλεγε να σταματήσει να παίζει χρωματιστές εικόνες, ενός παλιού εαυτού που νόμιζε ότι είχε καταχωνιάσει στο πατάρι.
Όταν είδε παλιά, γνώριμα πρόσωπα, οικεία, ναυαγισμένα, χτυπημένα από κακουχίες, τόσο αντίθετα μ'αυτήν την καινούργια λάμψη στο ξύλινο πάτωμα, δεν μπόρεσε να μην βουρκώσει, συγκρατώντας με κόπο τον εαυτό της να μην ξεσπάσει σε δυνατά αναφιλητά. Μπορεί οι χαρακιές να σβήστηκαν με το λούστρο από το ξύλινο πάτωμα, αλλά είχαν μείνει στις ψυχές αυτών που σαν δολοφόνοι γύριζαν στον τόπο του εγκλήματος, στα πρόσωπά τους, στις κινήσεις τους, στο είναι τους...

Ύστερα, με τύψεις που άδειαζαν με βιάση το ποτήρι της, σκέφτηκε πως πήγε να πατήσει ξανά με τα ψηλοτάκουνά της, πάνω σ'αυτό το ίδιο πάτωμα, κάνοντας ίσως νέες χαρακιές, αλλά πιο δυνατή από παλιά. Πιο σίγουρη και πιο σοφή, ένιωσε σαν ναυαγός που έχει επιβιώσει. Δεν ήταν πια η ίδια.

Το επόμενο πρωί, ήταν ένα από αυτά τα μισητά επόμενα πρωινά, που ο καφές είναι άγευστος, το στομάχι κάνει καταδύσεις και το κεφάλι είναι γεμάτο με τόσες μελωδίες που μπλέκονται μεταξύ τους κακομοιριασμένες και αποσπασματικές.

Άναψε τσιγάρο κι ας ήταν το τελευταίο πράγμα που έπρεπε να κάνει...



**********

TUBERCULOSIS 8
Forbidden Colours